Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑντρέας Τιμοθέου, «Η μέσα λέξη κι άλλες ιστορίες του βυθού», Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2026.
Η τωρινή ένατη συλλογή του Αντρέα Τιμοθέου σηματοδοτεί τη φερέκαρπη συγκομιδή της ποιητικής του γραφής, όχι απλώς ως πηγαίας εκφραστικής αναγκαιότητας να βυθοσκοπήσει τον ενδότερο συναισθηματικό και ψυχοδιανοητικό του κόσμο, αλλά ιδίως με τη λεκτική του φόρτιση να καταστεί κοινωνός ενσυναίσθησης και αναστοχαστικής συνανθρώπινης εμβάθυνσης.
Η προϊδεαστική σήμανση του τίτλου συστοιχεί με τα σημαινόμενα των 40 ποιημάτων, από τα εκτενέστερα έως τα ολιγόστιχα και τα επιγραμματικά συνθέματα σε μιαν εναρμόνιση μέθεξης με τον αριστοτεχνικό πίνακα του εικαστικού Ανδρέα Παρασκευά, που φιλοτεχνεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Ένα ευτυχές συναπάντημα για την ανεύρεση του θαλασσοφίλητου «μπλε που χάσαμε», σύμφωνα με τον αινιγματικό τίτλο ενός από τα τελευταία βραχύστιχα ποιήματα.

Ο ποιητής, έμπλεως αντιστικτικών αισθημάτων και αντινομικών βιωματικών εμπειριών, ανατρεπτικών προβληματισμών, διαιώνιων φιλοσοφικών ερωτημάτων και υπαρξιακών περίσκεπτων αναζητήσεων ιστορεί κατά συνεκδοχή την πρωτοπρόσωπη περιδίνηση του βίου σε όλες τις εκφάνσεις του έρωτα και της αγάπης στην ανιδιοτέλεια της στοργικής δοτικότητας, της ζωής και του θανάτου στο διηνεκές συμπαντικό γίγνεσθαι, του χωροχρόνου στην ανθρωπογεωγραφική και τη μεταφυσική του πρόσληψη, της ακατάλυτης μνήμης και του εράσμιου τόπου στη μικρογραφία της γενέτειρας είτε της πατρογονικής εστίας και στην ευρύτερη πατριδική του διάσταση.
Εξ ου και η ορμέμφυτη κατάδυση σε μυχούς αυτογνωσίας και η ανάδυση σε ορίζοντες αφύπνισης, που συνειδητοποιεί τα Σισύφεια πάθη της εναιώρησης μπροστά σε πολυώνυμες συμπληγάδες και νοηματοδοτεί την αγωνιστική οδύσσεια του νόστου υπό την έννοια του περιπόθητου προορισμού. Ο καταναγκαστικός, τουτέστιν, πολύμορφος εγκλεισμός σε τραγικά αδιέξοδα ετερόκλητων επιταγών και η εναγώνια οδοιπορία «απ’ τις δαιδαλικές όψεις της νύχτας» στην αυχμηρή έρημο των δεινών δεν παύουν από του να προσβλέπουν μονίμως, αντί σε παροδική όαση, στην έξοδο μέσα από το λυτρωτικό φως της ποίησης. Κορύφωση αυτοπραγμάτωσης ως θαυματουργή τελετουργία ερωτικής συνύπαρξης και ευφρόσυνης μεταρσίωσης, όπως προεξαγγέλλεται αφιερωματικά στον Αρθούρο.
Αυτή τη συμβολική ετυμολογία προσδίδει ο ποιητής στη «μέσα λέξη», επικαλούμενος ευστόχως στην προμετωπίδα του προοιμιακού ομώνυμού του ποιήματος τον ψαλμικό αίνο του Δαυίδ: «Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου,/ ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει». Για να συμπληρώσει στο δικό του ακροτελεύτιο δίστιχο τη γηθοσύνη της επιβεβαίωσης: «κι ανθίζουν δρόμοι με κυκλάμινα/ γιορτή στον ερχομό σου.». Επί πλέον, εμφατικώς επεξηγηματική η ταύτιση του έρωτα με την ποίηση και η αλληλοπεριχώρηση της προσωποποίησής τους στον επίλογο του επόμενου ποιήματος, που συναρθρώνεται με παρεμφερείς εξομολογητικούς τόνους και εγγράφεται με συνειρμούς παιγνιώδους τιτλοφόρησης «Γραμματική του έρωτα»: «Κανόνας ή εξαίρεση/ μες στην αφή του χρόνου/ θα γίνουμε ο έρωτας/ θα γίνουμε το ποίημα.».
Ορθώς επισημαίνεται, παραφράζοντας τους μεγάλους ποιητές της Ελληνικής και παγκόσμιας ετερόγλωσσης λογοτεχνίας, από τη Σαπφώ μέχρι τον Καβάφη και τον Ελύτη και από τον Νερούδα έως τον Μπωντλαίρ, τον Λόρκα και τον Χέλντερλιν ότι η ποίηση διασώζει τον έρωτα ως αντίδοτο στη φθορά του πανδαμάτορα χρόνου. Ενεργητική η ρηματική φωνή στην εν λόγω «Γραμματική», διαμηνύοντας ότι η ποίηση και ο έρωτας συνιστούν αμφίδρομες πηγές έμπνευσης: «ένας μικρός μου στίχος/ κάνει την τέχνη έρωτα».
Και στο προανάκρουσμα ενός άλλου ποιήματος, εμπνευσμένου από τη γνωστή άρια της Τραβιάτας του Verdi ομολογεί: «Μεταλλωρύχος του Έρωτα/ εξορύσσω/ κάθε αντίσταση/ για να σε ζήσω.». Στίχοι αποθεωτικής έξαρσης, που αντικατοπτρίζονται στον εμβληματικό αφορισμό της Ελυτικής ερωτικής φιλοσοφίας από τους ανθηρούς λειμώνες της μεταθανάτιας συλλογής «Εκ του πλησίον»: «…γράφω ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.».
Ο Τιμοθέου, παραπέμποντας, εξάλλου, στις οπερατικές ερωτευμένες ηρωίδες, που ερμήνευσε η αγαπημένη του Μαρία Κάλλας, στην οποία αφιέρωσε τα «Ενδύματα Οδύνης» (2023), υποδεικνύει σε προέκταση στο ωσαύτως προς τιμήν της αναθηματικό ποίημα «Η τελευταία πράξη»: «Χωρίς αγάπη/ ακατανόητες οντότητες/ που καταπίνει η λύπη.».
Θλίβεται, ωστόσο, ο ποιητής, καθώς η Κύπριδα θεά του έρωτα και «του Τόπου του» στο φερώνυμο ποίημα δεινοπαθεί στην «εξορία» του εκτοπισμού και της προσφυγιάς. Το ανεπούλωτο τραύμα της ημικατεχόμενης πατρίδας αιμορραγεί επωδύνως στους ενδεικτικούς στίχους, καταγράφοντας το δράμα με υποβλητική σκηνοθεσία αρχαίας και νέας τραγωδίας: «Τη ρίξανε μες στους αφρούς της θάλασσας/ χωρίς μια λέμβο σωτηρίας./ Μες σε μπουντρούμια του βυθού/ ασκείται τώρα στην υπομονή/ και καταριέται ανέραστους/ τους βιαστές της χώρας.».
Με απροκάλυπτες υπαινικτικές επαναφορές και υπόρρητες συνδηλώσεις αποσιωπητικών επιτείνει την ειρωνεία τραγικής αντίφασης και απροσμέτρητου πόνου στο συνακόλουθο ποίημα υπό τον σκωπτικό τίτλο «Εγχώριος τουρισμός», από το οποίο αποσπούμε τους αρχικούς και επιλογικούς στίχους της ιδιόλεκτης ιστορικής τους εντοπιότητας: «Φτάσαμε στην πράσινη γραμμή των υδάτων./ Ο Dean Martin χαμήλωσε για λίγο/ και η ξεναγός με φωνή ανταποκριτή/ χωρίς φόβο, αλλά με βέβαιο πάθος/ κατέθετε γεγονότα/ απ’ το ’63 μέχρι το ’74./ Τα Βαρώσια πρόβαλλαν περίλαμπρα/ σαν καρτ ποστάλ που συναντάς/ σε αποσκευές περαστικών./ Πιο πέρα είναι ο τόπος μας./ Ο τόπος μας…/[…]/ Η Καρπασία/ χωσμένη μες στα σύννεφα/ κάμνει πιπίλες τζιαι κεντήματα,/ πλουμιά της βούφας/ βουβά τζιαι ξηλωμένα./ Αννοίω το ερμάρι μου/ τζιαι συντυχάνω με το χώμα της.»
Αναλογίζεται ακόμη με πικρούς όρους θανάσιμου ενταφιασμού αυτό το ποιητικό χώμα της πατρώας γης σε ένα άλλο ποίημα χαρτογράφησης της πατρίδας: «Τυλίγω μια χούφτα χώμα/ και το ποίημα/ μες στο σάβανο./ Ίσως ξεχάσουν το κακό/ όταν θα έχει πια θαφτεί.». Γιατί; Η προκαταβολική απάντηση δίδεται στο αμέσως προηγούμενο ποίημα καταγγελτικής αποτύπωσης και κατηγορηματικής ματαίωσης, που επιγράφεται μονολεκτικά «Χώρα»: «Η χώρα μου πεθαίνει/ και τα σκυλιά/ με τις χρυσές μασέλες/ μετρούν/ τις τελευταίες ανάσες.».
Ο ποιητής, όμως, καταυγάζοντας τη ζωή, δεν δύναται να συνυπάρχει με τον θάνατο, όπως το δηλώνει απερίφραστα σε ένα άλλο του ποίημα, όπου αποζητεί το καθαρτήριο πυρ της αναβάπτισής του: «Καυτό νερό/ το χώμα της ψυχής./ Με συνεφέρνει.».
Αντιλαλεί εύηχος ο στίχος σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο «για μια Ανάσταση» από τα ολιγοσύλλαβα «Κοχύλια σκέψεις». Αποφθεγματικά ψήγματα ανάμεσα στα τιμαλφή της αισθαντικής ποιητικότητας και της ποιητικής ψυχής του Αντρέα Τιμοθέου.
Φιλελεύθερος 14.9.2026