Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑπό τη χορογραφία και την κινησιολογία στη σκηνοθεσία, η Ζωή Χατζηαντωνίου αναζητά τρόπους να μετατρέψει το σώμα, την κίνηση και τον λόγο σε ένα ενιαίο σκηνικό σύμπαν.
Με αφετηρία την παράσταση «Amalia Melancholia: Η Βασίλισσα των Φοινίκων», μιλά για τη δημιουργία, το θέατρο, την εμπορευματοποίηση και τις αγωνίες του σύγχρονου δημιουργού. Χορογράφος και κινησιολόγος, με σημαντικές συνεργασίες με θεατρικές ομάδες και οργανισμούς, η Ζωή Χατζηαντωνίου πέρασε στη σκηνοθεσία, αναζητώντας τη σύνθεση διαφορετικών εκφραστικών μέσων. Αφορμή για τη νέα της σκηνοθετική δουλειά, την «Αμαλία», στάθηκε μια άγνωστη πτυχή της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η ατεκνία του Όθωνα και της Αμαλίας και ο καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισε στο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της εποχής. «Μου τράβηξε το ενδιαφέρον το ζήτημα της ατεκνίας του Όθωνα και της Αμαλίας, στα πρώτα χρόνια του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Βρήκα ότι η ατεκνία ήταν ένας από τους λόγους που συνέβαλαν στην έξωσή τους. Και σκέφτηκα ότι εκεί υπάρχει κάτι που μπορεί να μας δώσει εξηγήσεις για πολλά πράγματα που συμβαίνουν ακόμη και σήμερα», λέει.
–Θα έλεγες πως η αρχική σου περιέργεια ήταν περισσότερο πολιτική και ιστορική; Ναι. Αν και τελικά το ένστικτό μου αποδείχθηκε σωστό. Μέσα από την ιστορία αυτών των δύο πολύ νέων ανθρώπων, που ήρθαν στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1830 και έμειναν μέχρι το 1862, μπορεί κανείς να εντοπίσει δομικά προβλήματα που είναι περασμένα στο DNA του ελληνικού κράτους και θα έλεγα, και σε αυτό που ονομάζουμε ελληνική νοοτροπία.
-Στην πορεία, όμως, επέλεξες να επικεντρωθείς αποκλειστικά στην Αμαλία. Γιατί; Με μαγνήτισε η αδυναμία της να προσφέρει ένα παιδί, έναν διάδοχο στους Έλληνες. Όσο το παιδί δεν ερχόταν, τόσο εντείνονταν οι εσωτερικές αντιδράσεις, η εχθρότητα απέναντι στο ζευγάρι και οι προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της διαδοχής. Και όλα αυτά συνέβαιναν σε μια ιδιαίτερα ταραγμένη εποχή.
–Πώς έχεις εντάξει όλο αυτό στην παράσταση; Υπήρχαν οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις, ενώ οι Μεγάλες Δυνάμεις πάλευαν για το ποια θα είχε μεγαλύτερη επιρροή στη νέα χώρα. Και την ίδια στιγμή γιατροί, Έλληνες, Αυστριακοί, Γερμανοί, πάλευαν με το σώμα της Αμαλίας. Αυτή η παράλληλη προσπάθεια —η πολύ σκληρή και καθόλου ανώδυνη προσπάθεια του νεογέννητου ελληνικού κράτους να σταθεί στα πόδια του και του γυναικείου σώματος της Αμαλίας να κυοφορήσει— δημιούργησε στο μυαλό μου μια διπλή αφήγηση.
–Πώς μετέφερες όλο αυτό κινησιολογικά στη σκηνή; Ήθελα να τοποθετήσουμε την Αμαλία σε έναν χώρο που να θυμίζει Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, σαν αυτά που συναντάμε σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπου υπάρχουν άγρια ζώα, άγνωστα θηρία και περίεργα πλάσματα μέσα σε γυάλινες προθήκες, ώστε να τα παρατηρούμε. Η δική μου Αμαλία λοιπόν είναι ένα ζωντανό πειραματόζωο. Οι θεατές παρακολουθούν τη διαδικασία αυτού του πλάσματος προκειμένου να γίνει γόνιμο. Παραπέμπει στα πειράματα που έκαναν οι ανατόμοι και οι ανθρωπολόγοι τον 19ο αιώνα σε ζώα, φυτά αλλά και ανθρώπους. Ήταν μια εποχή κατά την οποία τέτοιου είδους παρατηρήσεις και ανατομικά πειράματα βρίσκονταν σε μεγάλη ακμή.

–Πώς ήταν η συνεργασία σου με την Έμιλυ Κολιανδρή, που υποδύεται την Αμαλία; Η Έμιλυ Κολιανδρή για μένα ήταν έμπνευση. Ενώ είχα στο μυαλό μου κάποια πράγματα, ακόμη ρευστά, η πραγματικότητα είναι ότι όλη η παράσταση, η φόρμα και η φύση της είναι εμπνευσμένες από την ίδια. Είναι μια παράσταση για την Έμιλυ, γιατί μαζί της έκανα πρόοδο. Έγινε μια συγχώνευση και ευτυχώς, η χημεία μας ήταν πάρα πολύ καλή -θα έλεγα ιδανική- για να δημιουργήσουμε αυτό το πρόσωπο, αυτό το πλάσμα, εκ νέου.
–Όταν σκηνοθετείς πλέον τις δικές σου παραστάσεις, τι έχει αλλάξει; Με ενδιαφέρει οι παραστάσεις να αποτελούν μια σύνθεση. Η κίνηση είναι πολύ σημαντική, αλλά εξίσου σημαντική είναι η χειρονομία, ο λόγος, η χροιά, το αν η φωνή θα είναι φυσική ή αν θα υπάρχει μικροφωνική και ψηφιακά επεξεργασμένη φωνή. Το φως και ο ήχος είναι επίσης πολύ σημαντικά. Όλα αυτά με ενδιαφέρει να δημιουργούν ένα σύμπαν, έναν κόσμο.
–Πιστεύεις πως έχει αλλάξει ο ρόλος του δημιουργού και γενικότερα του θεάτρου; Αλλάζει ναι και είναι δύσκολο να προσαρμοστώ σε αυτή την αλλαγή. Στην Αθήνα, όπου είναι η έδρα μου, έχουν γίνει όλα πολύ εμπορευματοποιημένα. Μια παράσταση αντιμετωπίζεται περισσότερο ως προϊόν, τι θα φτιάξουμε δηλαδή για να μπορέσουμε να το πουλήσουμε. Έχουμε φτάσει στο σημείο να μη συναγωνίζονται πλέον οι παραστάσεις για το ποια θα γεμίσει, αλλά για το ποια θα γίνει sold out από την προπώληση. Είναι μία κατάσταση που βρίσκω τρομακτική.
–Υπάρχει τρόπος να συνυπάρξει το εμπορικό θέατρο με την καλλιτεχνική δημιουργία; Υπάρχουν δημιουργοί που μπορούν να κρατήσουν μια ισορροπία ανάμεσα σε μια δημιουργία που θέλει να προτείνει πολιτικά, υπαρξιακά ή άλλα ζητήματα στο κοινό και σε κάτι που το κοινό θα ευχαριστηθεί και θα θέλει να έρθει να δει. Αυτή, για μένα, είναι η καλή περίπτωση του εμπορικού θεάτρου ή της εμπορικής τέχνης. Το πρόβλημα είναι ότι σιγά-σιγά οι οικονομικές απολαβές αποκτούν τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε, όταν κάποιος ανακαλύπτει ότι μπορεί να προσελκύσει το κοινό πιο εύκολα με έργα που απαιτούν λιγότερα σε επίπεδο νοήματος ή αισθήσεων και να βγάλει πολύ περισσότερα χρήματα, οι αντιστάσεις πέφτουν.
–Εσένα, ως δημιουργό, τι σε απασχολεί σήμερα περισσότερο; Με απασχολούν τα πάντα. Βρισκόμαστε πια στο φουλ της παγκοσμιοποίησης και είναι πολύ δύσκολο έναν δημιουργό να τον απασχολεί μόνο η τοπική του κοινωνία ή ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τον τόπο του. Ξαφνικά γύρω σου υπάρχουν γενοκτονίες, σεισμοί, οικολογική καταστροφή, Αμερική, ο Τραμπ. Υπάρχουν παντού εστίες και κρίσεις και προσπαθείς μέσα σε όλα αυτά να βρεις και να προτείνεις μια ιστορία που μπορεί κάτι να διεγείρει, κάπου να βοηθήσει, κάτι να αποκαλύψει που οι θεατές δεν θα μπορούσαν να αποκαλύψουν μόνοι τους.
–Τι θα ήθελες, λοιπόν, να αφήνει μια παράστασή σου στο κοινό; Είναι πολύ σημαντικό για μένα να έχουμε μιλήσει την ίδια γλώσσα. Και δεν αναφέρομαι μόνος το κοινό αλλά και στους συνεργάτες μου. Δεν είναι αυτονόητο ότι ο ηθοποιός ή ο συνεργάτης θα συντονιστεί μαζί σου. Η εποχή είναι τόσο ατομικιστική, που ακόμη και το να σπάσουμε τα στεγανά του εγωισμού απαιτεί διάθεση. Αυτό που προτείνεις στους συνεργάτες σου πρέπει να τους γοητεύσει και να τους αφορά, ώστε να μπουν κι αυτοί μέσα στο παιχνίδι του «φτιάχνουμε μια παράσταση». Και όταν φύγει το κοινό από αυτή την παράσταση, να έχει δημιουργηθεί μια μικρή ρωγμή.
- ΙΝFO: Η παράσταση «Amalia Melancholia: Η Βασίλισσα των Φοινίκων», παρουσιάζεται τo Σάββατο 10 Οκτωβρίου στις 8μ.μ. & Κυριακή 11 Οκτωβρίου στις 7μ.μ. στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας. Εισιτήρια: more.com
Ελεύθερα, 04.10.2026