Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή. Χάλκινο Νησί. Β΄ έκδοση, Αφή 2026

Η φετινή επανακυκλοφορία της πρώτης ποιητικής συλλογής της Ερατώς Κοζάκου Μαρκουλλή «Χάλκινο Νησί», που εκδόθηκε το 1978, δεν είναι απλώς μια ανατύπωση καλαίσθητης αρτιότητας, που διατηρεί την πρότερη ορθογραφική της πολυτονικότητα.  Εμπλουτίζοντας τα διαχρονικά της συμφραζόμενα, εντάσσει σε επίμετρο τις εύστοχες αναλυτικές προσεγγίσεις του εκδότη Μ.Α.Σοφοκλέους ως προς τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα, τις ιστορικές συνιστώσες και τις συνακόλουθες πολιτικοκοινωνικές τους πτυχές, τις διαστάσεις των αλληγορικών συμβολισμών και τις πολλαπλές προεκτάσεις των διαχρονικών τους μηνυμάτων.

Η ειδοποιός, ωστόσο, διαφορά στην αναβίωση της παλαιότερης εκδοτικής εκδοχής έγκειται στην εποπτική νοηματοδότηση και την αισθητική μέθεξη των ποιημάτων, καθώς συνομιλούν σε αντιστικτικές γλώσσες πολυφωνίας με τις ζωγραφικές συνθέσεις της διακεκριμένης εικαστικού Όλγας Κοζάκου Τσιάρα, αδελφής της ποιήτριας.

Τα πέντε έργα της τόσο στη φιλοτέχνηση του εξωφύλλου με το εμβληματικό σταυρόσχημο ειδώλιο της χαλκολιθικής εποχής όσο και με τις λευκοφορούσες της περίσκεπτες θλιμμένες Κύπριδες, που διανθίζουν τις σελίδες εισάγοντας τα τρία τους μέρη και κοσμούν το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ανήκουν στο ποιητικο-ζωγραφικό της πόνημα «Τα δ’ Αφροδίτα δείξεν ταν οδύναν» (2003), τίτλος που παραπέμπει  σε ειδύλλιο του Θεόκριτου της Ελληνιστικής Εποχής ή σε Ανακρεόντειο της Ύστερης Αρχαιότητας.

Ο γόνιμος διαθεματικός διάλογος μεταξύ των συνδημιουργών εδώ αδελφών λειτουργεί ως εύηχη στιχομυθία σε συστοιχία με τον αναδρομικό εικαστικό σχολιασμό είτε ως προδρομική και υστερογενής συνοστέωση σε ένα πολυεπίπεδο παλίμψηστο προσφυούς εικονοπλαστικής ποιητικής. Στο κυανόχρωμο βάθος, που ανακαλεί τον ουρανό μέχρι τη θάλασσα της αναδυόμενης Κύπριδας και τη μετέπειτα ανάδυση των δεινών  της Κύπρου, εγγράφονται οι υποφώσκουσες μορφές και τα υπαινικτικά σχήματα με τους δυσανάγνωστους έως ελλιπείς και μονολεκτικούς στίχους από Ομηρικούς ύμνους στην Αφροδίτη ή νεοελληνικά παραθέματα.

Μέσα από την τεχνική της ατμοσφαιρικής προοπτικής της Τσιάρα και την  ενσωμάτωση της γραφής σε πεδία διαστρωμάτωσης, που υπενθυμίζουν φθαρμένες επιγραφές και την πρακτική του Αναγεννησιακού Γερμανού μυθοποιητικού ζωγράφου Λούκας Κράναχ, η ποίηση της Μαρκουλλή προσλαμβάνει πρόσθετες σημασιολογικές αποχρώσεις, υπόρρητες συζεύξεις συνδηλώσεων και εναργείς εννοιολογικές συνυφάνσεις.

Η αναθηματική προμετωπίδα τής ανά χείρας συγκομιδής συναιρεί τα ορόσημα των μύθων και της Ιστορίας, του δράματος και των πόθων της Κύπρου, προϊδεάζοντας τα ποιητικά και εικαστικά τους συγκείμενα: «Στην Κύπριδα Αφροδίτη του πόνου, της ελπίδας και της ειρήνης». Την τρίπτυχη αυτή συλλογιστική του αισθήματος, του νοήματος και του οράματος αποπνέει η απεικόνιση της ανθοστεφανωμένης θεάς της ομορφιάς, η «εϋπλόκαμος» και «χρυσέα» με το κόκκινο ή σε ποιητική μεταστοιχείωση «αιμόσταχτο» ρόδι  του έρωτα και της γονιμότητας, της μυθόπλαστής μας εντοπιότητας, αλλά και η ανδροφόνος κατά ένα σκοτεινό χθόνιό της προσωνύμιο.

Ενδεικτική στο υπόβαθρο του καμβά η λέξη «χώμα» στο χρώμα του αίματος πίσω από το θαμπό πένθιμο πρόσωπο, τα τραυματικά παραλειπόμενα των οποίων επεξηγεί σε κάποιο ελεγειακό αφορισμό της η ποιήτρια: «Εκείνο το χώμα/ που ανέμιζε χρώματα/ τώρα στη μνήμη στενεύει/[…]/σε νεκρούς/ και σε απόγνωση.». «Συγκεφαλαιωτική η συνήχηση στους παραστατικά αφηγηματικούς ακροτελεύτιους στίχους της δεύτερης και τρίτης στροφής στο ομώνυμο του τίτλου της συλλογής προοιμιακό ποίημα: «Σε είπαν μακάρια νήσο/ γεννήτρα του χαλκού/ Αερία./ Μες στα σπλάχνα της γης σου/ ανήσυχα σαλεύουν οι ίσκιοι./ Βηματίζει δακρυσμένη η Κύπριδα,/ σμίγουν μορφές μυθικές/ χαραγμένες στις ρίζες./ Ο Τεύκρος/ Ο Ονήσιλος/ Ο Ευαγόρας./ Βαθύ το πέρασμα της φωτιάς/ άφησε οδύνη και πληγές./ Εδώ το πικρό σταυροδρόμι/ που σμίγουν τρεις κόσμοι.// Καράβια ξεφόρτωναν στάχτη/ θέριζαν με λόγχες τους κάμπους/ Χάλκινο Νησί/ Νησί Λαβωμένο/ Πατρίδα.».

Σε εμφατική παραλληλία αποτύπωσης η εικαστική και ποιητική διαλεκτική παρελθόντος- παρόντος στο αέναο γίγνεσθαι του χωροχρόνου, ήτοι από τη μυθογένεση της θεότητας και τις πρωτογενείς θρυλικές μορφές της αρχέγονης κοιτίδας σε μιαν άλλη τριάδα των κατά συνεκδοχήν επιγενομένων άγνωστων και αγνοουμένων. Είναι αυτοί που «Ακόμα δεν μετρήθηκαν/ Κείνοι που δεν γυρίσαν./ Ο Κώστας, ο Γιάννης, ο Στέλιος/ κι όσοι άφησαν πίσω τους/ σημάδια προσμονής.»

Από τις προφορικές παραδόσεις και τις γραπτές παρακαταθήκες της ιστορικής μνήμης στις ζωντανές μαρτυρίες και τα βιωματικά μαρτύρια της ατομικής και συλλογικής συνείδησης στην τραγωδία και το συνεχιζόμενο δράμα της πατρίδας. Από τις «Φωνές», «Τα τραγούδια μας» και «Το παραμύθι» στη «Σιωπή» «της προδοσίας, των τάφων, των πληγών, του πόνου, της πίκρας και της οργής» και από «Τα όνειρα σου», εκείνα που «Δεν μπόρεσαν να σκοτώσουν» οι δολοφόνοι του Δώρου Λοΐζου και των άλλων αδικοχαμένων παλληκαριών έως κάτω από «τα γκρεμισμένα σπίτια» και «τα ερείπια» τις «χαραγμένες» «Φλέβες Ελπίδες» των αντίστοιχων ποιημάτων. Είναι όσα συλλογιζόταν και αναστοχαζόταν η ποιήτρια από τον βορρά της Φιλανδίας κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών της σπουδών, συγκρίνοντας τα ανέμελα παιδιά που έπαιζαν «κρυφτό με τις σημύδες» με τα παιδιά «Κάπου απ’ τον Νότο» και τραγικά διαπιστώνοντας: «Τα δικά μας παιδιά είναι τρομαγμένα». Και ακόμη με παρατεταμένο παράπονο μονολογώντας: «Τα άλλα δέντρα/ τα άλλα ακρογιάλια/ πίσω απ’ τα οδοφράγματα/ πίσω απ’ τους νεκρούς/ ζωντανεύουνε δίπλα μας.».

Η μετάβαση  από τη «Χάλκινη Εποχή» του πρώτου μέρους του ποιητικού πονήματος πιο αισθαντικά επώδυνη η μετάβαση στο μέρος δεύτερο, που επιγράφεται «Ωχρές Λέξεις» όχι με υποτονικότητα χλωμής αγιογραφικής ώχρας, αλλά απεναντίας με νοηματική πολυσημία και επιτονισμό παρασημαντικής στους χρωματισμούς της περίφημης ανά τον αρχαίο κόσμο «ώχρας Κυπρίας». Λέξεις που διατηρούν το βάρος της δωρικής λιτότητας και την πυκνότητα της εκφραστικής έντασης, το ύψος της συγκινησιακής έξαρσης και την περιεκτικότητα τού «ουκ εν τω πολλώ το ευ».

Την ενότητα πλαισιώνουν οι δύο Κύπριδες με τις ετερόκλητες όψεις της λύπης, του θυμού και της αγωνιστικής απόφασης. Τον ψυχισμό, τον νου και την καρδιά τους εκφέρουν συνοδοιπορώντας η ζωγράφος και η ποιήτρια, κομίζοντας από τα πάτρια εδάφη σε πανανθρώπινη γη την «τέφρα» του χαλασμού και της κατοχής, «τη φωνή που ελέγχει», την καταγγελία του Εφιαλτικού και Ποντιοπιλατικού «Άλλοθι», «Ιδέες σκισμένες σαν χαρτί φτηνό» και υπομιμνήσκοντας τις «Πύρινες Ορδές» του τελευταίου ποιήματος από «καμένα κορμιά, φόβο, θάνατο, νεκρούς, λαβωμένους και τον Αιώνιο Νόστο». Καθώς διά χειρός Ερατώς Κοζάκου Μαρκουλλή και Όλγας Κοζάκου Τσιάρα, κατά το «Επιμύθιον», «οι εικόνες βαραίνουν».