Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Το ζήτημα δεν είναι ότι έχουμε πιο πολλά φεστιβάλ από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε, αλλά αν ξέρουμε τι θέλουμε να κάνουμε με αυτά.

Μέτρησα γύρω στα 35 φεστιβάλ πολιτιστικού χαρακτήρα που προγραμματίστηκαν μέσα στο δίμηνο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 2026 στην Κύπρο. Από ποίηση, βιβλίο, θέατρο και χορό, μέχρι όπερα, κινηματογράφο, κωμωδία, ποπ κουλτούρα και εικαστικές τέχνες, δεν περνά μέρα σχεδόν χωρίς κάποια φεστιβαλική διοργάνωση στο καλεντάρι μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο φεστιβάλ τζαζ είχαμε τρία σ’ αυτό το διάστημα, σε Λάρνακα, Πάφο και Αγλαντζιά.

Κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε τα αγροτικού χαρακτήρα φεστιβάλ της υπαίθρου, από το κρασί και το μήλο μέχρι το κολοκάσι και την μπανάνα, γιατί ο λογαριασμός θα χανόταν εντελώς.

Κολυμπάμε μέσα σε μια πολιτιστική αφθονία; Ας μη βιαστούμε να βγάλουμε αυτό το συμπέρασμα. Αναντίρρητα, το γεγονός ότι τόσοι άνθρωποι, φορείς, κοινότητες και δήμοι κινητοποιούνται για να δημιουργήσουν πολιτιστικές διοργανώσεις είναι θετικό.

Το προσωπικό μου… δράμα είναι ότι στις ηλεκτρονικές και έντυπες σελίδες του «Φ» αυτό το διάστημα τρέχουμε και δεν φτάνουμε προκειμένου να προβάλουμε όλες αυτές τις διοργανώσεις. Διερωτώμαι επίσης πού βρίσκει το κοινό τόσο χρόνο, χρήμα και αντοχές για να σπεύσει σε όλα αυτά. Η προσέλευση, πάντως, με βάση όσα διαπιστώνω δια γυμνού οφθαλμού, δεν πάει κι άσχημα.

Δεν είναι μόνο η ποσότητα και η αυξημένη προσφορά το θέμα, αλλά το γεγονός ότι το φεστιβάλ μοιάζει να έχει εξελιχθεί σ’ ένα ιδιαίτερα ελκυστικό μοντέλο πολιτιστικής δραστηριότητας. Προσφέρει μια συμπυκνωμένη εμπειρία, ένα αναγνωρίσιμο όνομα, μια συγκεκριμένη περίοδο, επικοινωνιακή δυναμική και τη δυνατότητα να συγκεντρώσει δημόσιους ή ιδιωτικούς πόρους. Δεν πηγαίνουμε μόνο για μια συναυλία ή μια παράσταση, αλλά για την έξοδο, τη συνάντηση, την παρέα, το μοίρασμα.

Τα φεστιβάλ, άλλωστε, έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη καλλιτεχνικών πεδίων, στη γνωριμία του κοινού με νέους δημιουργούς και στην αποκέντρωση. Μπορούν να ενεργοποιήσουν δημόσιους χώρους, να ενισχύσουν τοπικές κοινότητες, να δώσουν πνοή σε περιοχές μακριά από τα αστικά κέντρα.

Όμως, όταν όλοι επιλέγουν την ίδια φόρμουλα και διεκδικούν την προσοχή του κοινού τις ίδιες εβδομάδες, δημιουργείται μια υπερχείλιση. Κι επειδή συνήθως είναι η ζήτηση που διαμορφώνει την προσφορά, εμφανώς η τάση αυτή αντικατοπτρίζει μια κοινωνία που αναζητά ολοένα και περισσότερο την εμπειρία της εκδήλωσης και τη συλλογική απόλαυση γύρω από αυτήν. Είναι ο χώρος, η ατμόσφαιρα, η κοινωνική συνάντηση, οι αναμνηστικές αποτυπώσεις -που υπερπολλαπλασιάζονται στην εποχή της εικόνας-, η αίσθηση συμμετοχής σε κάτι που συμβαίνει τώρα.

Έγκυρες διεθνείς μελέτες επιχειρούν, μάλιστα, να εξετάσουν πώς τα φεστιβάλ και οι δημόσιες εκδηλώσεις χρησιμοποιούνται στην αστική αναγέννηση και προβολή, τη στενή σχέση με τον πολιτιστικό τουρισμό και τις στρατηγικές ανάπτυξης των πόλεων, με βασικούς προβληματισμούς το κατά πόσο οι πολιτιστικοί και τουριστικοί στόχοι εντάσσονται σ’ ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής, αντί να επιδιώκονται αποσπασματικά, αλλά και τις συνέπειες της φεστιβαλοποίησης για τα καλλιτεχνικά οικοσυστήματα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει, επίσης, ότι η αύξηση των φεστιβάλ δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ούτε τη βιωσιμότητά τους, ούτε την οικονομική τους επιτυχία.

Να, λοιπόν, που η Κύπρος τα τελευταία χρόνια έχει μπει κι αυτή με τα μπούνια στη συναστρία μιας διεθνούς τάσης, που έχει ήδη αποκτήσει και ορολογία: festivalisation (of culture). Στη Γαλλία η τάση αυτή άρχισε να σχολιάζεται εκτενώς στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, όταν είχαν καταμετρηθεί περίπου 6000 φεστιβάλ τέτοιου χαρακτήρα.

Ωστόσο, η φεστιβαλοποίηση θέτει κι ένα δύσκολο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν το πολιτιστικό γεγονός γίνεται σημαντικότερο από τη μακροπρόθεσμη πολιτιστική δραστηριότητα; Και τι γίνεται όταν μετράμε την επιτυχία με τον αριθμό των εκδηλώσεων, την εφήμερη επισκεψιμότητα και την προβολή, χωρίς να εξετάζουμε εξίσου την καλλιτεχνική αξία, τη συνέχεια και τη σχέση με το κοινό;

Επειδή αναφέραμε τη Γαλλία, το 2022 η γαλλική κυβέρνηση αναγνώρισε τη δυναμική ανάπτυξη του φεστιβαλικού τομέα και προχώρησε σε στρατηγική στήριξης που περιλαμβάνει συστηματική καταγραφή, βιωσιμότητα και σαφέστερες αρχές κρατικής χρηματοδότησης.

Στην Κύπρο, η συγκέντρωση τόσων διοργανώσεων με την ταμπέλα του φεστιβάλ μέσα σε λιγότερο από 60 μέρες δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον προγραμματισμό και τον ανταγωνισμό για την προσοχή του κοινού. Το φθινόπωρο προσφέρει ευνοϊκές καιρικές συνθήκες για υπαίθριες εκδηλώσεις. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλες οι διοργανώσεις πρέπει να στριμώχνονται στο ίδιο χρονικό παράθυρο.

Η απάντησηδεν είναι απαραίτητα να γίνουν λιγότερα φεστιβάλ. Ίσως είναι να αντιμετωπιστούν ως ένα συνολικό πολιτιστικό οικοσύστημα, το οποίο χρειάζεται δεδομένα, συντονισμό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεν υποστηρίζω ότι χρειάζεται να αποφασίζει κάποιος κεντρικά πότε θα πραγματοποιείται κάθε φεστιβάλ. Θα μπορούσε, όμως, να υπάρχει καλύτερος συντονισμός, κοινό ημερολόγιο και περισσότερη συνεργασία μεταξύ διοργανωτών.

Η κατανομή των εκδηλώσεων σε μεγαλύτερο μέρος της χρονιάς θα έδινε στο κοινό περισσότερες ευκαιρίες συμμετοχής, θα διευκόλυνε την ενημέρωση και θα περιόριζε τις περιττές επικαλύψεις.

Από τα 35+ φεστιβάλ που καταμέτρησα για το υπό εξέταση δίμηνο είναι ζήτημα αν 6 ή 7 από αυτά κατάφεραν να μπουν στη λίστα των μόλις 17, συνολικά, που εγκρίθηκαν να χρηματοδοτηθούν για το 2026 μέσω του χορηγικού προγράμματος «Κύπρια». Το σχετικό κονδύλι των €575.328 μοιάζει πια με σταγόνα στον ωκεανό και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες.

Δεν εννοώ ότι κάθε αίτηση πρέπει να εγκρίνεται, ούτε ότι η βαθμολογία από μόνη της αρκεί για να κρίνει την πολιτιστική αξία μιας διοργάνωσης. Σίγουρα, όμως, η ζήτηση για στήριξη είναι πολύ μεγαλύτερη από τις διαθέσιμες πιστώσεις. Πέρα από αυτό, όμως, τα περισσότερα χρήματα δεν αρκούν. Πρέπει να συνοδεύονται από σαφείς στόχους, διαφανή κριτήρια και κυρίως επίγνωση των επιδιώξεων, με την εφαρμογή προσανατολισμένης πολιτικής.

Μέσα στην πληθώρα, παραμένει, βεβαίως, ένα κενό που φωνάζει: η απουσία κρατικής διοργάνωσης μετά την κατάργηση του Διεθνούς Φεστιβάλ «Κύπρια» το 2022. Ναι, διαθέτουμε πλέον ένα πλούσιο και πολυφωνικό φεστιβαλικό τοπίο, αλλά αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη ενός θεσμού με διακριτή αποστολή, ευρύ καλλιτεχνικό ορίζοντα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Εννοείται ότι κι αυτό δεν πρέπει να προστεθεί ούτε στο ίδιο πουγκί με τα υπόλοιπα, ούτε στο ήδη φορτωμένο ημερολόγιο, αλλά σε συνάρτηση με τις υπάρχουσες διοργανώσεις, ώστε να προσφέρει κάτι διαφορετικό, να δημιουργεί συνέργειες και να ενισχύει συνολικά το πεδίο.

Αλλά όλα αυτά που συζητάμε, περνούν μέσα από την προϋπόθεση μιας συνολικής και στοχευμένης πολιτιστικής πολιτικής. Άρα, τζάμπα τα συζητάμε.

Ελεύθερα, 11.10.2026