«Egoland»: Performance σε σκηνοθεσία Άχιμ Βίλαντ.

Όταν είχα επισκεφθεί τη Στοκχόλμη πριν από έξι χρόνια, αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση στη νοοτροπία των Σουηδών ήταν η αποφασιστικότητα του καθενός να βάζει την υπογραφή του, να πλασάρει τον εαυτό του και να τονίζει τη μοναδικότητά του. Είναι ένας ιδιότυπος ατομικισμός, απόλυτα θεμιτός, με θεμελιώδη επιδίωξη τη μεγιστοποίηση της ανεξαρτησίας του ατόμου. Το ζητούμενο είναι η αυτονομία. Η ροπή αυτή προς την εξατομίκευση, βέβαια, όπως επεσήμανε με το σύνολο του έργου του κι ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ελλοχεύει συχνά τον κίνδυνο να μετατραπεί σε μοναχικότητα και αποξένωση.

Η νέα performance του Άχιμ Βίλαντ «Egoland» ολοκληρώνεται ακριβώς όπως ξεκίνησε: με τον πρωταγωνιστή Μάρτιν Νικ Αλεξάντερσον να απολαμβάνει το γλειφιτζούρι του πάνω στο φουτουριστικό ηλεκτρικό σκούτερ βάδισης. Την ώρα του χειροκροτήματος με κατέκλυσε μια παράξενη, έντονη αίσθηση ότι παρόλο που το δρώμενο που μόλις παρακολούθησα είναι αποτέλεσμα θεάτρου της επινόησης, δεν ήταν απαραιτήτως μια αλληλουχία συμβολισμών «ανοιχτών» για τις ερμηνείες των θεατών. Αντίθετα, ήταν μια στοχευμένη, μινιμαλιστική σπουδή πάνω στο περίπλοκο «Εγώ» και τη διαμόρφωση της ταυτότητας.

Για την πραγματοποίηση της παράστασης, ο Γερμανός Βίλαντ συνάντησε και πάλι μετά το επιτυχημένο «Fear Industry» τον Κύπριο Μάριο Ιωάννου που εδώ συνυπογράφει τη δραματουργία. Ο όλος «αέρας» αυτής της πρότασης, εντούτοις, είναι σε μεγάλο βαθμό σουηδικός, κυρίως επειδή είναι προσαρμοσμένος στα βιώματα και την προσωπικότητα του performer πρωταγωνιστή. Ο Βίλαντ ενίσχυσε αυτόν τον «αέρα» προσθέτοντας χαρακτηριστικά όπως οι αυστηρές γραμμές, η εξάλειψη των περιττών στοιχείων, η λειτουργικότητα.

Αυτό το διογκωμένο σουηδικό «Εγώ» που επιχειρεί να ανιχνεύσει το «Egoland» δεν είναι περισσότερο περίπλοκο από το δικό μας, ούτε λιγότερο οικείο. Ο εξαιρετικός Αλεξάντερσον –πού τον ξετρύπωσες Άχιμ;- συμμετέχει σ’ αυτή τη μελέτη με παρρησία, με μια τελετουργική προσήλωση και με μια χαριτωμένη παιδιάστικη αυθάδεια. Το θεατρικό λεξιλόγιο εντάσσει τις προσωπικές εμπειρίες σε ένα στιλιζαρισμένο σύστημα, η αποκωδικοποίηση του οποίου δεν είναι προσωπική υπόθεση κάθε θεατή. Λειτουργεί μάλλον ως σεισμογράφος των εσωτερικών συνθηκών που αντανακλούν τις εξωτερικές, δηλαδή τα ερεθίσματα από το ευρύτερο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον.

Η σκηνοθετική καθοδήγηση χαρακτηρίζεται από μια περιοριστική ελευθερία προς τον performer, αλλά και μια νοησιαρχική προσέγγιση της ιδιωτικής αλήθειας, που στο βάθος της είναι η κοινή αλήθεια όλων μας.

Φιλgood, 2.4.2017