«Το φάντασμα της Όπερας» του Gaston Leroux στο Θέατρο Ένα.

Ας επιχειρήσουμε μια σταδιακή κατηγοριοποίηση της παραγωγής του Θεάτρου Ένα του «Φαντάσματος της όπερας» του Gaston Leroux, σε διασκευή μετάφραση και σκηνοθεσία του Αντρέα Χριστοδουλίδη. Η παράσταση σαφώς δεν ανήκει στην κατηγορία παραστάσεων-ραντάρ, που παρακολουθούν και καταγράφουν τις σημαντικές τάσεις του κοινωνικού γίγνεσθαι, που ανιχνεύουν τον επίκαιρο προβληματισμό και τα ιδεολογικά κύματα γύρω απ’ αυτόν. Ανήκει στο είδος των παραστάσεων –καταφυγίων, οι οποίες κάνουν ακριβώς το αντίθετο από την προηγούμενη κατηγορία: κλείνουν απ’ έξω προβληματισμούς και επικαιρότητες και εγκλείουν τους θεατές σ’ ένα φαντασιακό περιβάλλον.

Αν περιορίσουμε κι άλλο την κατηγορία, θα περιγράψουμε έργα που πάνε πιο μακριά από την όποια πραγματικότητα, όχι μόνο από τη σύγχρονη, προς το μεταφυσικό στοιχείο, προς το βασίλειο του τρόμου, προς τη γοητεία του κακού. Ως υποσύνολο, πρέπει να αναφέρουμε παραστάσεις που είναι δευτερογενείς, δηλαδή, έχουν ως πηγή έμπνευσης λογοτεχνικά, θεατρικά, κινηματογραφικά πρότυπα που φυσικά ήταν φτιαγμένα με μέσα άλλων μεγεθών.

Οπότε η μέθοδος που χρησιμοποιείται είναι η σμίκρυνση. Όλα πρέπει να μικρύνουν: ο αριθμός προσώπων να περιοριστεί ως τον ελάχιστα απαραίτητο, το σκηνικό περιβάλλον να συρρικνωθεί και να εφευρεθούν έξυπνες μεταμορφωτικές λύσεις, η υπόθεση να αποδοθεί με τρόπο πυκνωτικής περίληψης ή με επιλεκτική παρουσίαση μερικών θεματικών νημάτων.

Θαρρώ πως πλησιάσαμε αρκετά στην παράσταση που σκηνοθετεί ο Αντρέας Χριστοδουλίδης στο Ένα, όμως δυσκολεύομαι να κάνω το τελευταίο βήμα, εκείνο της υφολογικής ταυτοποίησης. Ναι, ο σκηνοθέτης προσφέρει στους θεατές του με την παραγωγή αυτή καταφύγιο από την ενοχλητική επικαιρότητα, τους κάνει να ανατριχιάζουν (παρεμπιπτόντως για τρίτη συνεχή παραγωγή) στο βαθύ σκοτάδι, φέρνει στα προσιτά στον χώρο και στον θίασό του μεγέθη το πασίγνωστο του πρότυπο που γνώρισε λογοτεχνικά, θεατρικά, κινηματογραφικά μεγαλεία.

Οι ηθοποιοί του είναι μόνο εφτά, η υπόθεση απλοποιείται, ο Σταύρος Αντωνόπουλος μεταμορφώνει εντυπωσιακά τον σκηνικό χώρο σε τρία περιβάλλοντα: στα παρασκήνια της Όπερας, στο καμαρίνι της πρωταγωνίστριας, στην κρυψώνα του Φαντάσματος, αφήνοντας , σύμφωνα με τη σκηνοθετική γραμμή, τους μεγάλους χώρους, όπως η σκηνή της Όπερας, απλά να εννοούνται, και με τα πάντα ωραία του κοστούμια τοποθετεί τη δράση σε κατάλληλη εποχή.

Οι απορίες μου αφορούν τη στιλιστική ταυτότητα της παράστασης, καθώς ο Σωτήρης Μεστάνας (πρωτίστως), ο Μανώλης Μιχαηλίδης ως δύο συνδιευθυντές της Όπερας και ο Γιώργος Χριστοδούλου ως Αστυνόμος προωθούν τη στιλιστική της παρωδίας, ο Κωνσταντίνος Γαβριήλ και η Έφη Χραλάμπους προχωρούν την πλοκή και είναι υπεύθυνοι για τον τομέα της περιπέτειας, η Μένια Μαθιουδάκη και ο Ιούλιος Τζιάτας αναλαμβάνουν το μελόδραμα, όλοι όμως τραγουδάνε προσθέτοντας και την ιδιαίτερη στιλιστική του μιούζικαλ.

Μολονότι και στο μυθιστόρημα του Gaston Leroux, στη μεγαλειώδη λονδρέζικη  παραγωγή του πασίγνωστου μιούζικαλ και στις κινηματογραφικές εκδοχές του «Φαντάσματος της Όπερας», συνυπάρχουν τα υφολογικά στρώματα της περιπέτειας, του μελοδράματος, των κωμικά χρωματισμένων χαρακτήρων, τα μεγάλα μεγέθη επιτρέπουν τη στιλιστική ποικιλία, η οποία διαβάζεται ως πλούτος. Στο μιούζικαλ τσέπης του Ένα με τις συμπαθέστατες μελωδίες του Σάββα Σάββα τα διάφορα ύφη κάπως στριμώχνονται και η στιλιστική της παράστασης φαίνεται ετερογενής.