Δύο μονόπρακτα «Η Δημοπρασία» & «Η Γυναίκα του Αστροναύτη» του Σταύρου Τσιώλη.
Ωραίος ο χώρος της Μικρής Σκηνής δίπλα στα Καλά Καθούμενα. Όποιος ανεβάζει εκεί παράσταση πρέπει να είναι πολύ σίγουρος για όσα παρουσιάζει. Όποιος παρακολουθεί εκεί παράσταση μπορεί να υπολογίζει σε μια πλήρη θεατρική εμπειρία, η επαφή με το θέαμα ανεμπόδιστη, το άκουσμα ολοκληρωμένο, η προσοχή ανεπηρέαστη, η επικοινωνία με τους ηθοποιούς άμεση. Δυο φορές είχα πετύχει τέτοιες εμπειρίες εκεί, στην «Ωραία Ρεμέδιος» και στην «Bitchboxer».
Ο χώρος λειτουργεί ως μεγεθυντικός φακός. Τα έργα που ταιριάζουν στον χώρο είναι αυτά που παρουσιάζουν πορτρέτα ανθρώπων, και ιδιαίτερα αυτά όπου τα πρόσωπα απευθύνονται στους θεατές. Να, όπως ο ήρωας του πρώτου από τα δύο μονόπρακτα του Σταύρου Τσιώλη, που ανεβαίνουν σε σκηνοθεσία Ευριπίδη Δίκαιου και Αντώνη Τσιοτσιόπουλου. Μόνο που στη «Δημοπρασία» ο συγγραφέας βρήκε μια πολύ πετυχημένη μεταφορά για την κενότητα της σύγχρονης επικοινωνίας, για τη μοναξιά του ατόμου μέσα στο πλήθος.
Ο ήρωάς του, απελπιστικά μόνος, μέσα από το άδειο τηλεοπτικό στούντιο, απευθύνεται στην άψυχη κάμερα, μιλά σε υποτιθέμενο κοινό και περιμένει απάντηση από τη βουβή συσκευή τηλεφώνου. Η μεταφορά ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ήρωας δημοπρατεί αντίκες, με άλλα λόγια προτείνει στους ανθρώπους κάτι πολύτιμο (ή κάτι που παρουσιάζει ως πολύτιμο), και περιμένει ανταπόκριση, περιμένει μια διαδραστική σχέση με τους ανθρώπους. Η αλληγορία επεκτείνεται και ο ήρωας του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου δεν προτείνει απλά ένα αντικείμενο, προτείνει τον εαυτό του, τον διαφημίζει ποικιλοτρόπως, αλλά οι άκαρπες προσπάθειές του να βρει ανταπόκριση τον κατατάσσουν στα αζήτητα, η αποτυχημένη εκπομπή γίνεται σύμβολο μιας αποτυχημένης ζωής.
Ο μονόλογος του Τσιώλη θυμίζει το τσεχωφικό «Οι βλαβερές συνέπειες του καπνού», ξεκινά από στερεότυπη μορφή επικοινωνιολογικού λόγου (εκπομπή τηλεαγοράς/ δημόσια διάλεξη) και καταλήγει σε αποκάλυψη προσωπικής τραγωδίας με ανάμειξη κωμικών στοιχείων. Οι σκηνοθέτες της «Δημοπρασίας», Δίκαιος και Τσιοτσιόπουλος, χρησιμοποιούν το τηλεοπτικό στήσιμο, για να δώσουν στον Τσιοτσιόπουλο-ηθοποιό την ευκαιρία να κοιτάει στο ίδιο σημείο, στην «κάμερα», για να μη συναντά τα βλέμματα του κοινού, υπογραμμίζοντας την απομόνωσή του.
Ο ηθοποιός χειρίζεται πολύ καλά τα γλωσσικά στερεότυπα, σατιρίζει τη μεταμεσονύχτια μιζέρια των μικρών καναλιών, όμως συνεχώς υπονοεί, μεταδίδοντάς το στο κοινό, ότι το έργο έχει χαρακτήρα κοινωνικό και ότι η μιζέρια και η αίσθηση αποτυχίας είναι αισθητές πολύ πέρα από τα περιορισμένα όρια της σκηνικής του δράσης. Η έξοδός του ήρωα από τον χώρο του «στούντιο» στο προσκήνιο, με τον απεγκλωβισμό του από τη «τηλεοπτική» γλώσσα και συμπεριφορά, δίνει την ευκαιρία για την ανύψωσή του τέλος σε τραγικό επίπεδο.
Η παραμονή της φιγούρας από τον πρώτο μονόλογο στο προσκήνιο δημιουργεί τη γέφυρα προς τον δεύτερο μονόλογο του Τσιώλη «Η γυναίκα του αστροναύτη» και δίνει την ευκαιρία στην Τζωρτζίνα Τάτση να απευθύνεται στον βουβό συνομιλητή, στον τυχαίο επισκέπτη-πλασιέ εγκυκλοπαιδειών.
Η πικρή ειρωνεία του συγγραφέα βρίσκει άλλο αλληγορικό τρόπο να εκφραστεί- η ηρωίδα του μονολόγου είναι σύζυγος του Πρώτου Έλληνα Αστροναύτη! Η γραφή του Τσιώλη μαλακώνει, επειδή η ομιλούσα στο έργο γυναίκα δεν είναι ο στόχος του σαρκασμού, είναι το θύμα των καταστάσεων. Βλέπετε, ο Αστροναύτης έχει αδύνατο σπέρμα, είναι γενικά ανενεργός εδώ και καιρό. Η μεταφορά του συγγραφέα μεγαλώνει, καλύπτει όλο και περισσότερα κοινωνικά και εθνικά εδάφη.
Οι σκηνοθέτες ενισχύουν τον σαρκασμό με την εμφάνιση του Πρώτου Έλληνα Αστροναύτη με παλαιϊκή στολή δύτη (φιλικότατη συμμετοχή του Κώστα Συλβέστρου). Το κείμενο φαίνεται πιο μαλακό ως κατασκευή, με λιγότερο στέρεα δομή, λιγότερο επιθετικό, λεπτό σ’ ό,τι αφορά τα μέσα που χρησιμοποιεί, με περισσότερες μικρές ιστορικές και πολιτικές νύξεις, είναι πιο ταιριαστό σε γυναίκα –ηθοποιό.
Και όπως αποδείχτηκε, είναι πολύ ταιριαστό στην Τζωρτζίνα Τάτση, η οποία προσδίδει στον ρόλο της ευγένεια, λεπτότητα. Και πολλή καρτερικότητα, στοιχείο αξιοθαύμαστο και αξιοθρήνητο ταυτόχρονα, αν σκεφτεί κανείς πόση καρτερικότητα και ανεκτικότητα έχει δείξει ο κόσμος σε διάφορους Έλληνες Αστροναύτες με αδύνατο σπέρμα…