Το περσινό καλοκαίρι είχα διατυπώσει την άποψη ότι το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Κινουμένων Σχεδίων «Όψεις του κόσμου» έχει βρει με τα πολλά τη φυσική του έδρα στην ειδυλλιακή Μεσαιωνική Αγρέπαυλη των Κουκλιών, γεγονός που την έχει εκτοξεύσει. Η διοργάνωση έχει πράγματι ζηλευτή θέση ανάμεσα στα φεστιβάλ κινουμένων σχεδίων ανά τον κόσμο, αλλά παράλληλα στοιχείο του χαρακτήρα του είναι ότι αποτελεί αιχμή του δόρατος στην προώθηση της πολιτιστικής αποκέντρωσης και στην ανάπτυξη δημιουργικών δράσεων στην κυπριακή περιφέρεια.

Με κάποια έκπληξη είδα φέτος το φεστιβάλ, στην 16η έκδοσή του, να αφαιρεί τη λέξη «Υπαίθρου» από τον τίτλο του και να προσθέτει την –αυτονότητη– λέξη «Κύπρου». Από πλευράς προγράμματος, αυτή η χρονιά είναι ίσως η καλύτερη στην ιστορία του φεστιβάλ, τουλάχιστον από αυτές που προσωπικά έχω παρακολουθήσει. Ζηλευτές ταινίες στο διεθνές διαγωνιστικό, αλλά και ώριμες προτάσεις στο κυπριακό διαγωνιστικό, αναβάθμιση και «διαγωνιστικοποίηση» του παιδικού προγράμματος, μεγάλη έκθεση σύγχρονης ιαπωνικής χαρακτικής, αλλά και παραδοσιακής χαρακτικής ουκίγιο-ε, αφιέρωμα στο ιαπωνικό ανεξάρτητο σινεμά animation, έκθεση έργων του σημαντικότερου εκπροσώπου του είδους Κότζι Γιαμαμούρα, με τον τελευταίο μάλιστα να είναι και μέλος της διεθνούς κριτικής επιτροπής.

Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Δεν ξέρεις πού να πρωτοπάς, κι αυτό είναι κυριολεκτικό, αφού φέτος διεξήχθη σε έξι διαφορετικούς χώρους, σε Λευκωσία, Πάφο και Πλατανίστεια, ενώ εγκαινιάζει και συνεργασία με το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Λεμεσού τον Αύγουστο. Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι μόνο ότι κάποιος έπρεπε να οργώσει όλη την Κύπρο καλοκαιριάτικα για να προλάβει όλες τις εκδηλώσεις. Έχω την αίσθηση ότι η διοργάνωση χάνει κάτι από τον αποκεντρωτικό χαρακτήρα, αλλά και τη γενικότερη αύρα της.

Από το μυαλό του καλλιτεχνικού διευθυντή Γιώργου Τσαγγάρη και των συνεργατών του σίγουρα θα πέρασε η σκέψη της αρνητικής επίδρασης που θα έχει στο φεστιβάλ αυτός ο ιδιότυπος συνδυασμός διαμοιρασμού-κατακερματισμού και το άπλωμα στις τέσσερις γωνιές της Κύπρου. Εκτιμώ όμως ότι νίκησε η επιθυμία να προσφέρει σε περισσότερο κόσμο την ευκαιρία να ζήσει από κοντά διεθνούς επιπέδου εκδηλώσεις, κατά κάποιο τρόπο να πάει το βουνό στον Μωάμεθ, ικανοποιώντας και μια μερίδα του κοινού που ακριβώς λόγω απόστασης δυσκολευόταν να παρακολουθήσει το φεστιβάλ.

Δεν φοβήθηκε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, να μετρήσει τις δυνάμεις του, να εκτιμήσει τον αντίκτυπο του φεστιβάλ. Από την άλλη, ο Τσαγγάρης ίσως κουράστηκε τόσα χρόνια να παριστάνει τον μοναχικό καβαλάρη σ’ αυτή τη δονκιχωτική πορεία ισορρόπησης της ετεροβαρούς ανάπτυξης που υπάρχει μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου. Όλα αυτά τα χρόνια πρωτοπορεί στην κινητικότητα και τη διάδοση του πολιτισμού στην επαρχία. Αυτό, άλλωστε, υποτίθεται ότι είναι δουλειά του κράτους, στο πλαίσιο μιας συνολικής πολιτιστικής πολιτικής με ουσία και όραμα.

Για να είμαστε ακριβείς, δεν έχει γυρίσει εντελώς την πλάτη στην ύπαιθρο το φεστιβάλ. Το Κέντρο Χαρακτικής του Χαμπή, εκεί όπου άρχισαν όλα, παραμένει πάντα σταθερό σημείο αναφοράς από γεωγραφικής απόψεως. Παράλληλα, η διοργάνωση κάθε άλλο παρά αρνείται τις ρίζες της και την αρχική της φιλοσοφία. Από την άλλη, αυτή η διαρκής ροπή αναζήτησης, η τάση μετακίνησης από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη ίσως να έχει εμπεδωθεί από πλευράς των διοργανωτών και ως στοιχείο του χαρακτήρα του.

Η τέχνη του animation απεχθάνεται από τη φύση της τις συμβάσεις, την άνεση, την τακτοποίηση. Κι ίσως το φετινό ταξίδι του Φεστιβάλ Ταινιών Κινουμένων Σχεδίων να είναι μέρος μιας συνειδητοποίησης ότι οπουδήποτε κι αν μετακινηθεί, θα αισθάνεται πάντα σαν το ψάρι στο νερό.