Η επιτυχία του «Baby Driver» δείχνει ότι το κοινό διψάει για πρωτότυπα σενάρια.

Πλέον τα τελευταία χρόνια είναι κανόνας: Το Χόλιγουντ ξοδεύει τα πολλά δολάρια μόνο σε hot properties, όπως υπερήρωες, animation και remakes/reboots/sequels που θα εγγυηθούν μια πετυχημένη πορεία στο box office μακροπρόθεσμα. Οτιδήποτε άλλο είτε εξορίζεται στην “εποχή των βραβείων” (γιατί αν κάτι αρέσει στα στούντιο εξίσου με το χρώμα του χρήματος είναι η λάμψη ενός Όσκαρ) είτε το τρώει το μαύρο σκοτάδι (εκτός κι αν λέγεσαι Christopher Nolan).

Όμως αλήθεια, πόσο πιστεύουν ότι μπορεί να κρατήσει αυτό; Φέτος, με εξαίρεση τα “Wonder Woman”, “Fast & Furious 8” και “Guardians of the Galaxy Vol. 2”, κάθε άλλο blockbuster μέρος κάποιου χρυσοφόρου franchise (ή ελπιδοφόρου όπως το “The Mummy”) πάσχισε σκληρά να κρατηθεί σε αξιοπρεπή επίπεδα, κινήθηκε κατώτερα των προσδοκιών είτε πάτωσε άσχημα –τουλάχιστον στις ΗΠΑ, όπου τα στούντιο λαμβάνουν και το μεγαλύτερο ποσοστό των εισπράξεων– περιμένοντας και στις τρεις περιπτώσεις να ρεφάρουν από το παγκόσμιο box office.

Όμως μέσα σε όλο τον χαλασμό, το “Baby Driver” ένα ανεξάρτητο, κόστους μόλις 34 εκατ., heist movie σε σκηνοθεσία του cult δημιουργού Edgar Wright ήρθε από το πουθενά για να ξεπεράσει σε εισπράξεις τριημέρου το πέμπτο “Transformers” στη δεύτερη εβδομάδα του. Αυτό, σύμφωνα όχι μόνο με τα αντίπαλα στούντιο, τα media και τους ειδικούς, αλλά και με την ίδια τη Sony, που το διανέμει, δεν έπρεπε να συμβεί! Άλλωστε, σύμφωνα με την πάγια αντίληψη, το κοινό λατρεύει να βλέπει sequels και reboots ξανά και ξανά και ξανά, και βαριέται τις πρωτότυπες δουλειές.

Στις τελευταίες εντάσσονται οι ταινίες μεσαίου προϋπολογισμού που είναι ακριβότερες από ανεξάρτητες αλλά φθηνότερες από θερινά blockbusters, οι οποίες γίνονται όλο και σπανιότερες, αφού τα στούντιο δεν ξέρουν πια πού και πώς να τις προωθήσουν. Παλιότερα, αυτά τα φιλμ έβγαζαν τα λεφτά τους από την κάποτε ανθούσα αγορά του home video, τώρα που και τα DVD/BluRay έχουν πεθάνει και το Χόλιγουντ δεν μπορεί να αρμέξει τον καταναλωτή πουλώντας του δέκα φορές το ίδιο δισκάκι και αρκείται σε ένα μικρό ποσοστό από τη συνδρομή του τελευταίου σε υπηρεσίες streaming, οι “μεσαίες ταινίες” έγιναν είδος προς εξαφάνιση ή καταλήγουν στο Netflix, όπως το “War Machine” με τον Brad Pitt ή το επερχόμενο “Bright” με τον Will Smith.

Αντίθετα, μόνο το 2017 είδαμε ή θα δούμε συνολικά 40 sequels, remakes και reboots, με αρκετά από αυτά να έχουν φάει σκόνη. Ναι μεν οι θεατές αποκτούν μια σχετική οικειότητα με τους χαρακτήρες ή το concept ενός franchise χτίζοντας έτσι μια σταθερή βάση, όμως η βιομηχανία επιμένει να αγνοεί (ή να κάνει πως δεν βλέπει) μία υπολογίσιμη απειλή: Δεν μπορείς να το κάνεις αυτό για πάντα. Επέρχεται κορεσμός, κούραση, και το κοινό, είτε είναι στην Αλαμπάμα είτε στην Ινδονησία, άρχισε να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια.

Το πρόβλημα δεν είναι οι πρωτότυπες ιδέες, αλλά οι κακές ταινίες. Μόλις το κοινό πέσει πάνω σε κάποια καλή περίπτωση, όπως το “Get Οut” ή το “Baby Driver” –κυρίως από τις κριτικές και το word of mouth– το τιμά υπέρ το δέον. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως mega franchises όπως το “Star Wars”, που αρκετοί θεώρησαν δεδομένο ότι θα πατώσει, ξεκίνησαν ως παράτολμες, πρωτότυπες ιδέες.