Κυριάκος Δημητρίου: «Τρεις μήνες και μια μέρα» και «Το χειρόγραφο» εκδόσεις Πορεία, 2016.

Δυο ομόθεμες και στιλιστικά – τεχνοτροπικά …ομοούσιες νουβέλες κυκλοφόρησε, την ίδια περίοδο και από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, ο καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Κυριάκος Δημητρίου. Πρόκειται για τα βιβλία «Τρεις μήνες και μια μέρα» και «Το χειρόγραφο», που κυκλοφόρησαν από τον εκδοτικό οίκο «Πορεία» τον Μάιο του 2016. 

Ας τις πάρουμε όμως μία – μία και με τη σειρά. Οι πρώτες κιόλας σελίδες της νουβέλας «Τρεις μήνες και μια μέρα» φανερώνουν στερεή λογοτεχνική υποδομή, αλλά και πλούσιες αφηγηματικές αρετές. 

Το βιβλίο συνδυάζει τη μυθιστορηματική γραφή με τη δοκιμιακή, πάνω στα ευρύτερα ζητήματα της φιλοσοφικής σκέψης. Ο συγγραφέας καταφέρνει να συνταιριάσει πολλά και ποικιλόμορφα αφηγηματικά επίπεδα, κατά τρόπο ομαλό και λειτουργικό. Από τη μια, βλέπουμε τη σύζευξη του αυτοβιογραφικού στοιχείου –με τα βιώματα σε μια φοιτητική εστία– μαζί με το ερευνητικό αντικείμενο του αφηγητή – φοιτητή φιλοσοφίας και πώς αυτό αναπλάθεται δοκιμιογραφικά. Από την άλλη, γινόμαστε μάρτυρες μιας συστοιχίας φανταστικής λογοτεχνίας με αδρά χαρακτηριστικά ιστορικού μυθιστορήματος.  

Το παλιό σανατόριο – νυν φοιτητική εστία μοιάζει με κιβωτό που κινείται ή μάλλον πλέει στον χωροχρόνο και μας μεταφέρει από τη σύγχρονη στη βικτωριανή εποχή και αργότερα μάλλον στη δεκαετία του ‘40 του 19ου αιώνα. 

Στις δοκιμιακές πτυχές του όλου αφηγήματος γινόμαστε κοινωνοί της φιλοσοφικής σκέψης στην Αγγλία περί τα μέσα του 18ου αιώνα, αλλά μαθαίνουμε και πώς προσλαμβανόταν η αρχαία ελληνική γραμματεία από Άγγλους διανοούμενους και ερευνητές περασμένων αιώνων. 

Ο Κ.Δ. έχει επαρκώς κατεκτημένες αφηγηματικές τεχνικές και καταφέρνει να κρατά αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον με την παραστατικότητα, τη γλαφυρότητα και την ατμοσφαιρικότητα της γραφής του. Αυτές οι προϋποθέσεις καθιστούν επιτυχημένη τη μετάβαση σε διάφορες εποχές, σε διάφορες καταστάσεις, με τα δικά τους ξεχωριστά ηχοχρώματα και γεύσεις κάθε φορά. 

Η φιλαναγνωσία, η βιβλιοφιλία και η ευρυμάθεια του συγγραφέα αφηγητή, όπως βρίσκουν την έκφρασή τους πληθωρικά μέσα στην υπό αναφορά νουβέλα, μας ωθούν σε συναναγνώσεις πότε με «Το όνομα του ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο και πότε με το «Όλα τα ονόματα» του Ζοζέ Σαμαράγκου. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση είναι εμφανείς οι κοινές διαδρομές και οι κοινοί τόποι, αλλά πάντοτε με γόνιμο τρόπο και δημιουργικό. 

Το βιβλίο βρίθει ιδεών, κυρίως φιλοσοφικού περιεχομένου. Ωστόσο, θεωρώ πως σε αυτό είναι ελαφρώς αμυδρή η παρουσία χαρακτήρων και ηρώων. Στην ουσία μόνο η εικόνα του αφηγητή – συγγραφέα προβάλει κατά τρόπο επαρκώς ολοκληρωμένο. 
Το κύριο θεματικό μοτίβο του βιβλίου είναι η φιλοσοφική σκέψη και η φιλοσοφική γνώση. Και αυτό αποτυπώνεται με γλαφυρότητα, φαντασία και λογοτεχνικό οίστρο: «…ποτέ δεν θα υπάρξει ο απόλυτος έλεγχος της φιλοσοφικής γνώσης. Όσο εμβαθύνεις, τόσο πιο χαοτικός γίνεται ο κρατήρας  στο μυαλό, ακροβατεί η σκέψη, και τόσο πιο πολύ βυθίζεσαι, απλοήγητος, σαν το ακυβέρνητο φάντασμα ενός απέθαντου Οδυσσέα, στον αφρισμένο ωκεανό των ιδεών». (σελ. 12)

Στο «Χειρόγραφο», τη δεύτερη νουβέλα, οι δυο βασικοί χαρακτήρες, του μεταπτυχιακού ερευνητή της Οξφόρδης Γκέιλ Έλιοτ και του Άγγλου φιλόλογου και φιλόσοφου του 18ου αιώνα Φλούερ Σίντενχαμ, συγκριτικά, προβάλλουν πιο ευδιάκριτα και πιο ολοκληρωμένα απ’ ότι οι ήρωες της πρώτης νουβέλας. Εδώ βέβαια, σταδιακά, ο ερευνητής αφομοιώνεται και στο τέλος ταυτίζεται με το ερευνητικό του αντικείμενο ή μάλλον το ερευνητικό του υποκείμενο. 

Το κύριο και κυρίαρχο ζήτημα που πραγματεύεται το «Χειρόγραφο» είναι η αγωνία του ερευνητή να μην προδώσει την ουσία του ερευνητικού του αντικειμένου, υποκύπτοντας είτε στον σχολαστικισμό, είτε στην ερευνητική οίηση. Όπως πολύ ξεκάθαρα το θέτει ο καθηγητής του Γκέιλ «…προδώσαμε τις ιδέες. Εμείς οι ανάλγητοι γυρολόγοι του πνεύματος, σκληρόκαρδοι, τις κακοποιήσαμε, τις χτίσαμε σε τερατώδη διανοητικά συστήματα, αφαιμαγμένα σχήματα. Είναι ανήμπορες πια να δραπετεύσουν∙ άνυδρες, αποξηραμένες, τις ρίξαμε σ’ ένα σακί σαν σκάρτο εμπόρευμα και τις διαπομπεύουμε». (σελ. 20)

Οι περιγραφές του συγγραφέα είναι ευρηματικές, παραστατικές και γλαφυρές. Εισάγουν τον αναγνώστη ατμοσφαιρικά στην πεμπτουσία των χαρακτήρων και των δρωμένων. Π.χ. να πως περιγράφεται ο ερευνητικός οίστρος του Γκέιλ: «Έμοιαζε σαν αποπροσανατολισμένος αρουραίος σε μια ξύλινη αποθήκη γεμάτη λιχουδιές, τα μάτια του ώρες – ώρες έπαιρναν το χρώμα της ώχρας, απλανή σαν αμμοβολισμένο γυαλί». (σελ. 42) Συναφής περιγραφή και λίγο πιο κάτω: «ο Γκέιλ ξύπνησε από έναν λήθαργο βαθύ, σχεδόν νεκρικό, σαν ν’ αναρριχήθηκε ο νους του σαν κισσός από ένα ανήλιαγο πηγάδι». (σελ. 54)

Ευρηματικό καίριο αλλά και σκληρό βρίσκω το συγγραφικό εφεύρημα του Κ.Δ. να απευθύνεται και να συνομιλεί με τον κύριο ήρωα του βιβλίου, το ερευνητικό του υποκείμενο Φ. Σίντενχαμ, δρασκελώντας δυο αιώνες και επανερχόμενος στη ζωή. Εδώ, προφανώς, επιστρατεύονται στοιχεία της υπερρεαλιστικής ή και της φανταστικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, εκείνο που συναρπάζει είναι η οξύτητα και η ωμότητα της κριτικής του Σίντενχαμ προς τον μελετητή του: «…ξαναπεθαίνω φρικτά, οριστικά στην αοριστία των λέξεών σας, στην οργιώδη λεξιλαγνεία σας, σ’ έναν κούφιο βωμό μιας αμετροέπειας, μιας ακαδημαϊκής περιαυτολογίας». (σελ. 71-72)

Συνολικά αποτιμώντας τις δυο νουβέλες του Κ.Δ. δεν έχω παρά να εκθειάσω τις λογοτεχνικές τους αρετές, τη στιλιστική τους αρτιότητα και τη δομική επάρκειά τους. Είθε αυτές τις αρετές, αυτή την αισθητική πληρότητα, να τις δούμε να πραγματώνονται και σ’ ένα μελλοντικό έργο του συγγραφέα που να έχει να κάμει με τα καθ’ ημάς, το κυπριακό γίγνεσθαι∙ και να χαρακτηρίζεται συνάμα από τη δροσιά της οικείας εντοπιότητας.