Σταύρος Χριστοδούλου: «Hotel National», εκδόσεις Καλέντης, 2016. 

Την παρακμιακή πορεία της Αριστεράς, τόσο στην Κύπρο όσο και στις χώρες του ούτω καλούμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, επιχειρεί να σκιαγραφήσει, με το πρώτο μυθιστορηματικό εγχείρημά του, ο δημοσιογράφος Σταύρος Χριστοδούλου. Η όλη προσπάθεια εδράζεται στην εξελικτική παράθεση δύο χαρακτήρων, ενός Κύπριου και ενός Ελλαδίτη πολιτικού πρόσφυγα, που η μοίρα το ’φερε να συναντηθούν στο Βουκουρέστι τη δεκαετία του ‘50 και να δεθούν με μια φιλία που κράτησε ώς τις μέρες μας και τερματίστηκε μόνο με το θάνατο του ενός εκ των δύο. 

Ο Κύπριος Γρηγόρης Μιχαήλ, ιδεολόγος που αλλοτριώθηκε στην πορεία από τα υλικά αγαθά και τις ανέσεις, καθιστάμενος κυνικός χρησιμοθήρας, αποτελεί περίτρανη επιβεβαίωση της γνωστής ρήσης του Καρλ Μαρξ ότι «Η ύλη καθορίζει τη συνείδηση». 
Ο Ελλαδίτης Θοδωρής Κύρζης, ένας αμφισβητίας με οξύ κριτικό μυαλό, που πλήρωσε το αυτόφωτο και αυτόνομο της σκέψης του, με παραγκωνισμό, υποβάθμιση και μια ζωή στην αφάνεια και το περιθώριο. 

Τι είναι εκείνο που ενώνει τους δυο άντρες; Η κοινή και αγνή ιδεολογική αφετηρία. Τα συναφή βιώματα της πρώτης νεότητάς τους, αλλά και μια ιδιότυπη αίσθηση περί απονομής δικαιοσύνης, που περισσότερο παραπέμπει σε ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά, παρά σε ιδεολογικά ελατήρια. 

Η αφήγηση του Στ. Χρ. ξετυλίγεται σαν φιλμ νουάρ. Σε αυτό παραπέμπουν ο κυνισμός ή και ο ρομαντισμός των χαρακτήρων του, τα ερωτικά ένστικτά τους, αλλά και οι φινετσάτες περιγραφές του συγγραφέα. 

Το πρώτο συγγραφικό εγχείρημα του Στ. Χρ., στυλιστικά, θυμίζει λίγο τα πρώιμα έργα του Φρέντυ Γερμανού, πχ τις «Υγρές νύχτες». Πρόκειται για μια γραφή που αιωρείται μεταξύ μυθιστορίας και δημοσιογραφικής καταγραφής εν είδει ρεπορτάζ. Συνυπάρχουν, η γλαφυρότητα, η παραστατικότητα, η ατμοσφαιρικότητα, μαζί με κάποια στερεότυπα και κλισέ που, συχνά – πυκνά, δίνουν το «παρών» τους. Αυτό το κράμα γραφής πιστεύω ότι ήταν όχι μόνο αναπόφευκτο, αλλά και νομοτελειακό, λόγω της μακράς θητείας του Στ. Χρ. στα δημοσιογραφικά πράγματα, αλλά και λόγω του ότι – εξ όσων γνωρίζω – δεν προηγήθηκαν άλλα λογοτεχνικά εγχειρήματα. 

Πιστεύω πως οι δυνατές στιγμές του βιβλίου είναι εκεί όπου ο συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει με ρεαλισμό, πιστότητα και πειστικότητα συγκεκριμένες εποχές και συγκεκριμένες νοοτροπίες. Για παράδειγμα, θεωρώ πως με αρκετή ευστοχία, αισθητική και νοηματική, περιγράφεται η μύηση του εφήβου Γρηγόρη στα ιδανικά της Αριστεράς και της κοινωνικής δικαιοσύνης, στα λαϊκά προάστια της Λευκωσίας προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘40. Ο συγγραφέας συλλαμβάνει με επάρκεια τον κοινωνικό σφυγμό της εποχής. 

Με την ίδια, αν όχι και μεγαλύτερη, ευστοχία, περιγράφεται και η υψηλή κοινωνία της αστικής Λευκωσίας στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Η όλη ατμόσφαιρα είναι αρκούντως εύγλωττη και πειστική. Έστω κι αν προσωπικά πιστεύω πως ο Στ. Χρ. θα μπορούσε να σταθεί πιο κριτικά στον παρασιτισμό – καιροσκοπισμό της λευκωσιάτικης αστικής τάξης. Στον ίδιο πάντως πιστώνεται η σκωπτική προσέγγιση των πραγμάτων στη συγκεκριμένη θεματική ενότητα.

Ορθά αποδίδονται και οι χαρακτήρες, οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές κεντρικών προσώπων στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, και ειδικά στη σοσιαλιστική Ρουμανία. Έστω κι αν αυτό γίνεται κατά τρόπο μάλλον αδροκομμένο, σχηματικό και καρικατουρίστικο. Για παράδειγμα, «ο σύντροφος υπουργός» είναι ένας κυνικός τυχοδιώκτης άνευ ιδεολογίας. Κι αυτό είναι προφανές αλλά και αναλλοίωτο από την αρχή μέχρι και το τέλος του βιβλίου. Ακόμα κι όταν η χρησιμοθηρία του «συντρόφου υπουργού» επιβραβεύεται, αντί να τιμωρηθεί, με την κατάρρευση του σοσιαλιστικού καθεστώτος. Γιατί αυτό συνέβη και στην πραγματική ζωή στις πλείστες των περιπτώσεων. Οι πρώην σύντροφοι κρατούντες έγιναν νυν καπιταλιστές, και πάλιν όμως κρατούντες. Τα πρόσωπα της εξουσίας δεν άλλαξαν, άλλαξαν απλώς οι ταμπέλες και οι προμετωπίδες τους. 

Στο διαλογικό μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας δεν αποφεύγει κάποιους ρητορισμούς και ορισμένους διακηρυκτικούς τόνους που θα μπορούσαν να είχαν ελεγχτεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Πχ ο Θοδωρής, εν μέσω μιας έντονης και συναισθηματικά φορτισμένης συζήτησης, αποφαίνεται: «…η μεγάλη Σοβιετική Ένωση, αν δεν θέλει να στέκεται σε πήλινα πόδια, πρέπει να στηρίζεται στην αγάπη των λαών. Ο σοσιαλισμός δεν επιβάλλεται, καταχτιέται…». (σελ.58) 

Τα ίδια ισχύουν και για τον αντίλογο, μιλώντας πάντα για το διαλογικό μέρος του βιβλίου. Όταν πχ ο Γρηγόρης αντικρούει τα λεγόμενα του φίλου του, ισχύει η ίδια ηχηρότητα: «Δεν δικαιούσαι να αμφιβάλλεις, όχι μόνο εσύ, κανένας από εμάς δεν έχει το δικαίωμα να το κάνει… Το κόμμα ξέρει καλύτερα, αυτό να μην το ξεχνάς ποτέ!» (σελ. 106)

Προσωπικά, βρίσκω το λόγο του συγγραφέα πιο πειστικό και πιο άρτιο, όταν ως αφηγητής σκιαγραφεί καταστάσεις, όταν καταγράφει συμπεριφορές και νοοτροπίες, όταν αναλύει την ψυχοσύνθεση του κοινωνικού περιβάλλοντος. Να πώς, εξόχως εύστοχα, περιγράφει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Θοδωρής λόγω της ανεξαρτησίας της γνώμης του και του αυτόφωτου της σκέψης του: «Είδε φίλους καρδιακούς να του γυρίζουν την πλάτη και σχέσεις ζωής να δοκιμάζονται στο βωμό της κομματικής πειθαρχίας». Σελ. 112]