Γιατί η κατάρρευση του blockbuster μπορεί να αποδειχθεί ευεργετική για τον κινηματογράφο.
Το φετινό καλοκαίρι ήταν για το αμερικανικό box office ό,τι και ένα από τα αγαπημένα είδη του Χόλιγουντ: Σκέτη καταστροφή. Οι εισπράξεις ήταν οι χαμηλότερες εδώ και δεκαετίες, κραταιά franchises κατέρρευσαν, φερέλπιδα πέθαναν στη γέννα, γνωστοί σταρ είδαν την εμπορικότητά τους να αμφισβητείται και η εποχή των blockbusters λίγο έλειψε να ξεμείνει από blockbusters. Κι αυτό το τελευταίο είναι το πιο ανησυχητικό, γιατί τα blockbusters παραμένουν το μοναδικό χαρτί που παίζεται τα τελευταία χρόνια στο Χόλιγουντ.
Τα μεγάλα στούντιο στριμώχτηκαν στη γωνία διανέμοντας στα multiplex μόνο γιγάντια, δαπανηρά έπη, στέλνοντας τις μεσαίου κόστους παραγωγές κατευθείαν στις υπηρεσίες streaming και το VoD (μαζί και μια τεράστια δεξαμενή ταλέντου, που λιποτάκτησε προς την τηλεόραση και το Netflix). Την ίδια ώρα, η τιμή του εισιτηρίου αυξάνεται δραματικά. Οι ταινίες που βασίζονται στα οπτικά και ηχητικά εφέ θέλουν και τα ανάλογα εκσυγχρονισμένα συστήματα εικόνας και ήχου 3D, Imax, Dolby Atmos κ.ά., τα οποία ανεβάζουν το κόστος του εισιτηρίου σε ύψη που για μια τετραμελή οικογένεια φαντάζουν απλησίαστα.
ΗΠΑ και Βρετανία, δύο από τις μεγαλύτερες αγορές του πλανήτη, διαθέτουν και τα ακριβότερα εισιτήρια, το κόστος πολλές φορές αγγίζει ή και ξεπερνά τα 30 ευρώ –χώρια το ποπ κορν και τα αναψυκτικά. Και το πρόβλημα είναι πως στις περισσότερες περιπτώσεις η τιμή είναι η ίδια τόσο για το δαπανηρό, θορυβώδες, πήχτρα στα εφέ μεγαθήριο όσο και για το low budget ανεξάρτητο δράμα χαρακτήρων με χώρο δράσης ένα δυάρι. Και οι θεατές προτιμούν να ξοδέψουν τα λεφτά τους στο πρώτο ώστε να πιάσουν περισσότερο τόπο ή τουλάχιστον αυτό έκαναν μέχρι το είδος να καταλήξει να κανιβαλίζεται σε μια ατέλειωτη λούπα από remakes, sequels και reboots.
Μια λύση: Καλύτερες ταινίες. Φετινά hits όπως τα “Get out”, “Baby Driver” (φωτό) και “Annabelle: Creation” ήταν χαμηλού ή μεσαίου κόστους που έβγαλαν τα πολλαπλάσια, επειδή ήταν πρωτίστως καλές ταινίες, το ίδιο και το ακριβότερο “Dunkirk”, η μοναδική big budget επιτυχία φέτος που ΔΕΝ ήταν reboot, animation ή superhero movie. Η προσπάθεια των στούντιο να αποδώσουν το φετινό ναυάγιο στην ιστοσελίδα Rotten Tomatoes (που συγκεντρώνει τις κριτικές μιας ταινίας που υπάρχουν στο διαδίκτυο και στη συνέχεια τη χαρακτηρίζει “φρέσκια” αν είναι οι περισσότερες θετικές ή “σάπια” εάν είναι αρνητικές) αντιμετωπίστηκε μάλλον με θυμηδία –τα πράγματα είναι απλά, οι καλές ταινίες βρίσκουν (σχεδόν) πάντα το κοινό τους και δεν είναι απαραίτητο να κοστίζουν $200 εκατ. Μια άλλη λύση, το σπάσιμο των ταινιών σε δύο κατηγορίες: τις A-list όπου εντάσσονται τα blockbusters στις υπερσύγχρονες αίθουσες με το ακριβό εισιτήριο και τα λεγόμενα B movies, δηλαδή οι ταινίες μεσαίου/χαμηλού budget που θα προβάλλονται με μειωμένο εισιτήριο.
Μπορεί σήμερα ο όρος B movie να παραπέμπει σε φτηνιάρικα trash φιλμ, όμως από το ’30 έως το ’60 ήταν απλά οι φθηνότερες παραγωγές των μεγάλων στούντιο (συνήθως γουέστερν, τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και δράσης) που έπαιζαν πριν από τις ταινίες-οχήματα των μεγάλων σταρ ή σε συνοικιακές αίθουσες. Τα Β movies έβγαλαν σπουδαίους ηθοποιούς και σκηνοθέτες και το ίδιο μπορεί να γίνει και τώρα: Ανεξάρτητα δράματα, cult movies, τολμηρά projects και γενικά ό,τι δεν μπαίνει στα χολιγουντιανά στεγανά, μπορούν να παίζουν σε ξεχωριστές αίθουσες με φθηνότερο εισιτήριο προσελκύοντας ένα κοινό που κάτω από άλλες συνθήκες θα τις αγνοούσε. Κι αυτό θα έχει πολλαπλά οφέλη για μια βιομηχανία που δεν σταματά να αντιμετωπίζει αλλεπάλληλες προκλήσεις τα τελευταία χρόνια.
Στις αίθουσες
Στο καθηλωτικό “DETROIT” η Kathryn Bigelow καταγράφει με σχεδόν ντοκιμαντερίστικο σαν-να-είσαι-εκεί στιλ τις φυλετικές ταραχές του καλοκαιριού του ’67 στο μαστιζόμενο από ανεργία, μίσος και κοινωνική ανισότητα Ντιτρόιτ, ενώ το “VICTORIA AND ABDUL” αφηγείται την ασυνήθιστη φιλία ανάμεσα στη βασίλισσα Βικτώρια (Judi Dench) κι έναν Ινδό μπάτλερ.