Μιχάλης Παπαδόπουλος: «Εκδοχές ενός ποιήματος», εκδόσεις «Φαρφουλάς», 2016.

Όπως μαρτυρεί και ο τίτλος της, «Εκδοχές ενός ποιήματος», η νέα ποιητική συλλογή του Μιχάλη Παπαδόπουλου, η τέταρτη στη σειρά, περιλαμβάνει, κατά βάση, ποιήματα ποιητικής. Εξάλλου, ο Μ.Π. εκδήλωσε αυτή τη ροπή και στις τρεις συλλογές που προηγήθηκαν, «Αμμόλιθος» 1997, «Εντός συνόρων» 2000, και «Έλικας φανταστικού ελικοπτέρου» 2010.

Ο ποιητής, με διάθεση εξομολογητική και διάχυτη έφεση στην ενδοσκόπηση, πραγματεύεται ζητήματα που έχουν να κάμουν με την τέχνη της ποίησης, σε όλες τις αισθητικές παραμέτρους της. Κύριο εργαλείο πραγμάτωσης και ανάπτυξης της συγκεκριμένης θεματικής, η γλώσσα, ως βασικό πρωτογενές υλικό για την αισθητική μετάπλαση του λόγου σε ποίηση: «Όπως υπάρχουν οι σκουπιδιάρηδες του Δήμου / που μαζεύουν με τις φαγάνες / ή τα μεγάλα κυλινδροειδή απορριμματοφόρα / τα σκουπίδια από τους δρόμους / έτσι υπάρχουν και οι σκουπιδιάρηδες της γλώσσας / την καθαρίζουν από τη βρομιά της / απολυμαίνουν τις λέξεις / τις κάνουν να γυαλίζουν, να διαβάζονται / …». (σελ. 12)

Η ποιητική δεν απασχολεί τον Μ.Π. μόνο για την τεχνοτροπική της υφή ή για τις θεματικές της υποδιαιρέσεις, τον απασχολεί και ως ποσοτικός προσδιορισμός. Πειραματίζεται ή μάλλον προβληματίζεται και με τα μεγέθη της ποιητικής δημιουργίας. Το όλον και το μερικό. Η δυναμική της ποσότητας που απολήγει στο ελάχιστο πλην ποιοτικό ολίγον. Ενδιατρίβει βέβαια και στη διαλεκτική σε σχέση με τη συγκρισιμότητα των μεγεθών: « Ανίατη ευρυχωρία του ποιήματος / για τόσα εκατομμύρια λέξεις / που πέφτουν η μια πάνω στην άλλη / για να προλάβουν να πουν, μαζί, έναν ψίθυρο». (σελ. 13)

Ο Μ.Π. μετέρχεται με δεξιοσύνη τη σαγήνη των αντιθέσεων, των αντιθετικών συναισθημάτων, αλλά και τη γοητεία των σύνθετων λέξεων και τις πολλές και διαφορετικές έννοιες που μπορούν να αποδώσουν: «Φοβάμαι τη συντέλεια του ποιήματος / όπως ποθούν οι πιστοί / τη συντέλεια του κόσμου». (σελ. 16)

Αλλά, ακόμα και όταν ο Μ.Π. εγκύπτει σε άλλες θεματικές, καταφέρνει να ενσταλάξει στους στίχους του ψήγματα ποιητικής ή να μεταστρέψει ολόκληρο το ποίημα στην ποιητική θεματική, έστω κι αν η θεματική αφετηρία είναι άλλη. Πχ, ενώ πραγματεύεται, οντολογικά και φιλοσοφικά, τις μετακινήσεις, στο ομώνυμο ποίημά του, ωραία και αναπάντεχα, καταλήγει με στίχους ποιητικής: «Υπάρχουν όμως και οι αποδημίες των στίχων / σε πλάνα περισσότερο εύκρατα / Κι ακόμη, η μετακίνηση του ποιήματος / μυστική, αόρατη, ατέρμονη / εκεί όπου απουσιάζει / σεμνοτυφία γραφής». (σελ. 46)

Από την άλλη, ο ποιητής, ανεπιτήδευτα, εκθέτει εαυτόν σε κοινή θέα και κρίση. Από τη συλλογή δεν λείπουν τα ποιήματα αυτοκριτικής ενδοσκόπησης με σκωπτική, σαρκαστική διάθεση, ειρωνεία και χιούμορ: «Ο αλήστου μνήμης / και προσδοκίας εαυτός μου… / παράκαιρα χαρούμενος παράωρα θλιμμένος /κάνοντας κάθε μέρα αλλιώς τα ίδια πράγματα… / ο εν πολλαίς αφελείαις περιπεσών…». (σελ. 18)

Γενικά η ποίηση του Μ.Π. είναι εσωστρεφής, ενδοσκοπική, αυτοαναφορική και αφοπλιστικά εξομολογητική: «Τελευταίες ημέρες του φθινοπώρου / Γκρίζο ελαφρύ με μαβιά υγρασία… / Εποχή αμφίφυλη… / Μα είναι και μέρες μιας άγρυπνης ετοιμότητας / για τα χρειώδη της μέσα ζωής / Κυρίως, όταν το τζάμι της εσωστρέφειας θαμπώνει / πίσω από τη βαριά χειμωνιάτικη κουρτίνα». (σελ. 22)

Εκτός από καλός ποιητής, ο Μ.Π. είναι και αξιόλογος δημοσιογράφος. Έτσι, μοιραία, και πολύ συχνά ωραία, οι θεματικές αλλά και οι ορολογίες των δύο διαφορετικών φύσεων του συμπλέκονται, εφάπτονται ή αλληλοϋποκαθιστούνται. Ουδόλως ξενίζει λοιπόν που ο Μ.Π. κάνει βουτιές στην επικαιρότητα, εμποτίζοντας τον στίχο του με τον προβληματισμό, τον κραδασμό και τον ιριδισμό της καθημερινότητας: «Η πικάντικη στατιστική/ της ευμάρειας/ Χόντρυνε – λέει – ο πλανήτης/ βάρυνε η υδρόγειος/ οι κοιλίτσες εκπέμπουν SOS». (σελ. 40) Αλλού πάλι, απευθυνόμενος στους μετανάστες, αλλά στην ουσία συνομιλώντας με τον εαυτό του, λέει: «Δεν ήξερα ότι εσείς κι εγώ / είμαστε το ίδιο πράγμα / η ίδια βουβή εγκαρτέρηση / η ίδια στραγγισμένη υπομονή / η ίδια πεθαμένη ελπίδα». (σελ. 41)

Τέλος, όπως και στην προηγηθείσα ποιητική κατάθεση του Μ.Π., από τη συλλογή δεν λείπουν οι διακειμενικοί διάλογοι. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε από ένα βιβλίο στο οποίο κατέχουν δεσπόζουσα θέση τα ποιήματα ποιητικής. Πχ να πως αποδίδει ο Μ.Π. το αισθητικό στίγμα του Κώστα Μόντη, μέσα σε λίγες γραμμές: «Δεν είναι γράμμα για τούτο / τον κόσμο / η ποίηση, ξέρετε… / Εγώ τη ζωή την έκοψα στιγμές – στιγμές / την έκανα ζωούλα να μπορεί / να κρύβεται / κι η ποίηση δεν πρέπει / να είναι πολύ περισσότερο / από τίποτα / για να ταιριάζουν». (σελ. 55)

Ο Μ.Π. μιλά εδώ για τον Μόντη, με τον τρόπο του Μόντη, με τη λιτότητα, τη λακωνικότητα και την αποφθεγματικότητά του. Και ασφαλώς αυτή η δεξιοσύνη συνιστά αισθητική κατάκτηση για τον νεότερο ποιητή.