Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου: «Πέραν της γραφής», εκδόσεις Κέδρος, 2016.
Εικοσιτρία δοκίμια για την ελληνική ποίηση και ισάριθμους ποιητές της Ελλάδας στη σύγχρονη εποχή περιλαμβάνει το βιβλίο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου «Πέραν της γραφής». Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι η γνωστή ποιήτρια και δοκιμιογράφος, μιλώντας για την ποίηση και την ποιητική των άλλων, αποκαλύπτει, ψηφίδα με ψηφίδα, το δικό της αισθητικό στίγμα, τη δική της θεώρηση περί ποιήσεως. Κι αυτό συμβαίνει διότι διυλίζει μέσα της τα ποιήματα και τους ποιητές που παρουσιάζει.
Θα χαρακτήριζα την ανάλυση της Ε.Α.Λ. περισσότερο αναγνωστική και συναδελφική, παρά κριτική και αξιολογική. Και με αυτό ουδόλως επιθυμώ, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να μειώσω τη σημασία του παραχθέντος έργου. Αντιθέτως, η βιωματική αυτή προσέγγιση, προσθέτει μεγαλύτερη αξία στα δοκίμια της Λουκίδου διότι σε αυτήν αντικατοπτρίζονται και τα συναισθήματα που διεγείρουν οι συγκεκριμένοι ποιητές και τα συγκεκριμένα ποιήματα.
Μια άλλη δοκιμιογραφική αρετή της Ε.Α.Λ. είναι η ικανότητά της να συμπυκνώνει και να αναδεικνύει την πεμπτουσία της ποιητικής ενός εκάστου των ποιητών στους οποίους αναφέρεται. Για του λόγου το αληθές, θα σταχυολογήσω στη συνέχεια κάποιες ενδεικτικές αναφορές της συγγραφέως για ορισμένους από τους παρουσιαζόμενους ποιητές.
Για το Γιώργο Θέμελη η αποτίμηση της Λουκίδου είναι ότι αυτός «άπλωσε ένα δίχτυ από αγάπη και φως και μοίρασε βεβαιότητες παρουσίας σε έναν κόσμο ψυχών, σκιών και ασωμάτων». (σελ. 25)
Για την ποιητική του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη η κύρια, κατά τη γνώμη μου, μνεία, αφορά: «μια ασυνείδητη στο βάθος ανάγκη του να απομονώσει και να εκφράσει το καίριο και ουσιώδες, που όμως η πληθωρικότητα του πνεύματος του δεν του επέτρεπε να το περιορίσει σε μία και μόνο φόρμα». (σελ. 58)
Αναλύοντας τις μορφές στο έργο του Γιώργου Σαραντάρη, η συγγραφέας, εύστοχα, αποφαίνεται ότι αυτές «τοποθετούνται κάπου ανάμεσα στο ομιχλώδες του ονείρου και στο διάφανο μιας ενόρασης, εκεί όπου τα περιγράμματα, εξαχνώνται και τα πάντα μοιάζουν να είναι ιδανικά». ( σελ. 87]
Για τον δε Οδυσσέα Ελύτη η επισήμανση είναι εξίσου ευσύνοπτη και εύστοχη, καθώς λόγος γίνεται για «ένα ολόκληρο θίασο λέξεων που καθιστά τη φωτοπλαστικότητα καθοριστικό στοιχείο της ποιητικής του». (σελ.89) Αναλύοντας περαιτέρω αυτή την οπτική, η Ε.Α.Λ. τονίζει ότι «για τον Ελύτη το Φως δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από την προγεννητική μνήμη και τίποτα λιγότερο από το αρχέτυπο της δημιουργίας που είναι η αθωότητα». (σελ. 101)
Καίρια βρίσκω την επισήμανση της Λουκίδου και για τον Άρη Αλεξάνδρου: «Βιώνει μια νέα εξορία στην ήδη εξορία του, πληρώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το τίμημα της απελευθέρωσής του από κάθε λογής αγκυλώσεις». (σελ. 152)
Για την Κική Δημουλά η Ε.Α.Λ. παρατηρεί: «Στρέφει τους δυνατούς της προβολείς στα ασήμαντα και καθημερινά, παρέχει στέγη και τροφή στα αθέατα και αφανή, που ξεφεύγουνε της όρασής μας και, τέλος, με ποιήματα σφυριά καρφώνει μικρές διακριτικές ταμπελίτσες στο κάτω μέρος των αμελητέων, προκειμένου να σηματοδοτήσει το πέρασμά τους». (σελ. 199)
Για την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ η Λουκίδου λέει ότι οι λέξεις στην ποίησή της «δεν αμύνονται, αλλά μ’ έναν ενστικτώδη τρόπο προκλητικής διαφάνειας επιτίθενται σε ό,τι δεν στρέφεται προς τα μέσα». (σελ. 243)
Ακόμη, η Ε.Α.Λ. μιλά για την «αγρύπνια της γραφής» του Μανόλη Πρατικάκη, που «θέτει στο εδώλιο του κατηγορουμένου την εποχή μας, αφού ενδίδει στη μικροψυχία και βουλιάζει στην παραίτηση». (σελ. 263-264)
Σε σχέση με τον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου η Λουκίδου κάνει λόγο για «αρχιτεκτονική γραφή» και για «λακωνικές αποδόσεις του άλεκτου αισθήματος και τις διαβαθμίσεις του». (σελ. 276)
Τέλος, όσον αφορά τον Γιάννη Βαρβέρη, η δοκιμιογράφος υποστηρίζει ότι αυτός ξορκίζει «τη βιωμένη καθημερινότητα με αποκλίσεις σκοτεινές, προορισμένες να διαβρώσουν τη φθορά με τη μέθοδο των παραληρηματικών αλληγοριών…» .(σελ. 298)
Ασφαλώς, δεν γνώριζα όλους τους ποιητές και όλες τις ποιήτριες για τους οποίους και τις οποίες δοκιμιογραφεί η Ε.Α.Λ. στο υπό αναφορά βιβλίο. Κάποιοι, ομολογώ, μου ήταν εντελώς άγνωστοι. Τα γεμάτα αφοσίωση, στοργή, προσοχή και ευαισθησία κείμενα της Λουκίδου με παρακίνησαν να αναζητήσω το έργο μερικών από αυτούς. Και πιστεύω ότι αυτό ήταν το μεγάλο προσωπικό όφελος μου από την ανάγνωση του βιβλίου της. Και την ευχαριστώ γι’ αυτό. Είθε το έργο της να λειτουργήσει παρομοίως και για όσο το δυνατό περισσότερους αναγνώστες, όπως λειτούργησε στην περίπτωσή μου…