«Αριζόνα» του Χουάν Κάρλος Ρούμπιο από τη Θεατρική Ομάδα Παράσιτα.
Ο Ισπανός συγγραφέας Χουάν Κάρλος Ρούμπιο έγραψε το έργο «Αριζόνα» το 2006. Το έργο πραγματεύεται μια μέρα από τη ζωή ενός ζευγαριού Αμερικανών που είναι εθελοντές στο πρόγραμμα παρεμπόδισης παραβίασης συνόρων από τους Μεξικανούς μετανάστες. Ένα μικρό σε έκταση κείμενο, που δεν καλύπτει τον χρόνο μιας «κανονικής» παράστασης…
Ένα ιδιαίτερο θέμα, φαινομενικά εκτός των πανανθρώπινων και διαχρονικών θεματολογικών δρομολογίων… Ένας παράξενος χώρος δράσης, στη μέση του πουθενά… Μα και η δράση σχεδόν ανύπαρκτη, έτσι ώστε τα πρόσωπα του έργου δεν χρειάζεται να σηκώνονται από τις θέσεις τους… Και τα πρόσωπα μόνο δύο, χωρίς ευδιάκριτο παρελθόν και με καθόλου μέλλον…
Δεν περιγράφω τα ελαττώματα του έργου, αλλά τα εντυπωσιακά του προσόντα. Το «Αριζόνα» του Ρούμπιο είναι ένα έργο-μοντέλο, ένα ανοιχτό σύστημα το οποίο μπορεί να χωρέσει πολλά ιστορικά, κοινωνικά, εθνικά περιεχόμενα. Εξ ου και η συνειδητά αραιωμένη υφή του. Σαν ένα πηγάδι με στενό στόμιο, αλλά με μεγάλο βάθος, το έργο φτάνει σε σημαντικά υπόγεια ρεύματα των ημερών μας. Ο φόβος της εισβολής των ξένων είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των κοινωνιών και των ατόμων, σε όποιο σημείο του γεωπολιτικού χάρτη και να επικεντρώσουμε την προσοχή μας.
Η επιπρόσθετη αιτία για την οποία στο μοντέλο του Ρούμπιο συσσωρεύεται η σημερινή επικαιρότητα είναι η προέκταση της «θεωρητικής» ξενοφοβίας σε έμπρακτη εθελοντική δράση της περιφρούρησης των «συνόρων», του «δικού μας» χώρου, με τη «δικαιολογημένη» χρήση βίας απέναντι στην έξωθεν απειλή. Ο συγγραφέας εξετάζει τη διαβρωτική επίδραση μιας τέτοιου είδους ιδεολογίας και πρακτικής στους ήρωές του, αφήνοντας σε μας τους πιθανούς συνειρμούς.
Η ομάδα Παράσιτα συμμετέχει με το «Αριζόνα» στα φετινά Κύπρια. Ο Φώτης Γεωργίδης, η Μαρίνα Μανδρή και η Άνδρια Ζένιου έχουν αποδείξει με τις προηγούμενες δουλειές τους ότι ο συνδυασμός της κοινωνικής ευαισθησίας, της συνειδητοποίησης της ασχήμιας της εποχής μας και της πίστης στη δύναμη του χιούμορ αποτελεί την ταυτότητα της ομάδας. Σκηνοθετούν το έργο ως μια πραγματεία περί κενού.
Ευφυής υπήρξε η τοποθέτηση της παραγωγής στον ερημωμένο χώρο δίπλα στον κυκλικό κόμβο της Κοκκινοτριμιθιάς, στο προαύλιο μιας εργοστασιακής μονάδας που έπαψε να λειτουργεί, τόσο κοντά στη νεκρή ζώνη, που ούτε οι πυροβολισμοί στο φινάλε του έργου δεν επιτρεπόταν να ακουστούν, δηλαδή στο δικό μας πουθενά, τόσο κατάλληλο να «στοχαστούμε τα δικά μας σύνορα», όπως το κάνουν οι ήρωες του έργου, να ψηλαφήσουμε τις δικές μας, ντόπιες φοβίες. Έτσι, η κενότητα του χώρου αποκτά συμβολικό χαρακτήρα, με τον μοναχικό κάκτο της Λυδίας Μανδρίδου να παραπέμπει ειρωνικά στην Αριζόνα.
Σ’ ό,τι αφορά τα κενά του χρόνου, οι σκηνοθέτες της παράστασης, μαζί με την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και τον Κώστα Καζάκα, όχι απλά δεν φοβούνταν τις παύσεις στον χαμηλής πυκνότητας διάλογο, αλλά τις αξιοποιούσαν ουσιαστικά. Οι δύο ηθοποιοί, χρησιμοποιώντας τους ίδιους υποκριτικούς κώδικες, έπαιζαν διαδραστικά, με τις απορίες της Μάργκαρετ να υπονομεύουν τα στερεότυπα του Τζορτζ και να αποκαλύπτουν τα κενά στο δόγμα που αντιπροσωπεύει, αλλά και την κενότητα της ύπαρξής τους και της σχέσης τους.
Η αιχμηρή κοινωνική σάτιρα δεν αφαιρούσε τη φυσικότητα της συμπεριφοράς από τους ρόλους τους. Ο συναισθηματισμός της Μάργκαρετ επαναστάτησε ενάντια στην καθοδήγηση του Τζορτζ, ο οποίος συνειδητοποιώντας ότι παρά την επαγρύπνησή του οι εχθροί έχουν διεισδύσει στο πιο δικό του κτήμα, έχουν στοιχειώσει την ίδια τη γυναίκα του, δρα σύμφωνα με το σχέδιο. Χρησιμοποιεί το όπλο του.