Με την ευκαιρία των επικείμενων εκλογών θα κάνουμε μια αναφορά στον τρόπο χρήσης της γλώσσας στην πολιτική. Η καταρχήν ανάγκη επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων γίνεται δυνατή με την ύπαρξη ενός κοινού κώδικα, μιας γλώσσας που να τη γνωρίζει και ο πομπός και ο δέκτης. Όπως είναι όμως γνωστό, η γλώσσα δεν είναι αποκλειστικά κώδικας επικοινωνίας, αλλά και φορέας ποικίλων άλλων μηχανισμών συνοχής. Ένας από αυτούς αναφέρεται στον τρόπο μέσα από τον οποίο οι κομματικές ομάδες επιδιώκουν τη ισχυροποίηση της ταυτότητάς τους, της αναγνώρισης δηλαδή του κομματικού ποιού του συνομιλητή τους μέσα από τη γλώσσα.
Αυτοί οι μηχανισμοί δεν έχουν ρόλο επικοινωνιακό, αλλά συμβολικό. Η χρήση της λέξης «σύντροφε» για να χρησιμοποιήσουμε ένα προσφιλές παράδειγμα, δεν εξυπηρετεί στην πραγματικότητα ανάγκες προσφώνησης, αλλά ισχυροποιεί τους κομματικούς δεσμούς, ως λέξη-κλειδί κομματικής αναγνώρισης, αλλά και ως έννοια που έχει συγκεκριμένη ιδεολογική εφαρμογή (αποφεύγονται έτσι τα κύριε, κυρία, καταργείται ένα είδος αστικής ιεραρχίας κ.λπ.). Το παράδειγμα δεν είναι βεβαίως μοναδικό. Με παρόμοιο τρόπο στην Ιάβα της Ινδονησίας αντί του «κύριε» χρησιμοποιούν τον όρο «sedular» [=αδελφέ], ενώ οι Koυάκεροι, αίρεση διαμαρτυρομένων, απαγορεύεται να χρησιμοποιούν τα «σεις» και «σας» και τα «κύριε» και «κυρία».
Τέτοιοι γλωσσικοί μηχανισμοί δεν καθιστούν καμιά ομάδα ή σύνολο (κόμματα, νέους, κομπιουτεράδες κ.λπ.) υπόλογους προς το γλωσσικό σύστημα το οποίο υποτίθεται ότι παραβιάζουν. Η λεγόμενη “κοινή γλώσσα” ή «γλωσσική νόρμα» είναι μια αφαίρεση, μια επιθυμητή παρά μια υπαρκτή μορφή γλώσσας. Υπάρχει βεβαίως ένα γενικό αίσθημα περί γλώσσας, όμως θα πρέπει και η στάση μας απέναντι στα “ιδιώματα”, τις κοινωνιολέκτους αυτές, που ας σημειωθεί είναι πάμπολλες (η γλώσσα των οικοδόμων, του στρατού, των νέων, των ναρκομανών, των ναυτικών) να είναι υγιής, χωρίς παροξυσμούς και πολεμικές μεταφορές («καταστροφή της γλώσσας, άλωση, μιξοβαρβαρισμός, λεξιπενία»).
Ως ομιλητής ο καθένας μπορεί να έχει βεβαίως τις δικές του αντιστάσεις, τη δική του αυτορρύθμιση, όμως όταν εκφράζει γλωσσικές απόψεις δεν μπορεί να προκρίνει το ένα ως «ορθό» και το άλλο ως «λάθος» σχετικά με τις κοινωνικές διαλέκτους.
Για να επανέλθουμε στα κομματικά ιδιώματα∙ είναι αυτά ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της οργάνωσης των ανθρώπων σε ομάδες. Αντί να σπεύδουμε να κρίνουμε τις κοινωνιολέκτους (κάποιαν από αυτές χρησιμοποιούμε όλοι) θα ήταν ίσως χρησιμότερο μέσα από τη γλωσσική διαστρωμάτωση, να κατανοήσουμε την τεράστια σημασία των γλωσσικών πράξεων (speech acts), του «λεκτικού», όπως θα έλεγαν και οι πολιτικοί. Το λεκτικό αυτό δεν είναι μια απλή ανακοίνωση των προθέσεών μας, αλλά μπορεί να παρέμβει ενεργητικά στη διαμόρφωση αντιλήψεων, πεποιθήσεων, πολιτικής, κοινής γνώμης. Υπενθυμίζω τους όρους Επταετία (αντί δικτατορία), αργό ή ανενεργό εργατικό δυναμικό (άνεργοι), αναπτυσσόμενες χώρες (υποανάπτυκτες), ημικαινούργια (μεταχειρισμένα) κ.λπ.
Όπως το λέει πετυχημένα ο νεομαρξιστής φιλόσοφος Luis Althusser «η πάλη των τάξεων μπορεί να συνοψιστεί στην πάλη για την επικράτηση μιας λέξης».
Όσο για την άποψη ότι στο τέλος-τέλος αυτό που έχει σημασία είναι το «περιεχόμενο» και όχι η «μορφή» της γλώσσας, το «τι» και όχι το «πώς», θα πρέπει να επισημάνουμε πως τέτοιες «διχοτομήσεις» στη γλώσσα είναι ανύπαρκτες. Ας θυμηθούμε εδώ και τον αφορισμό του Στέφανου Mallarme πως «οι στίχοι δεν γίνονται με ιδέες, αλλά με λέξεις».