«Και τώρα οι δυο μας» του Αλεξάντερ Γκέλμαν από τη θεατρική ομάδα Αντίλογος.

Για να πω την αλήθεια, το φοβόμουν λίγο το αποτέλεσμα της παράστασης «Και τώρα οι δυο μας». Το υποδειγματικά χτισμένο έργο του Ρώσου συγγραφέα Αλεξάντερ Γκέλμαν είναι μια σύγχρονη λαϊκή τραγωδία με μια παλιάς κοπής δραματουργική δυναμική και αισθητική, και η επιλογή της παραγωγής να πειραματιστεί, μάλλον από ανάγκη, τοποθετώντας την παράσταση σ’ έναν ασυνήθιστο, εναλλακτικό, «μη θεατρικό» χώρο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καλλιτεχνικά ριψοκίνδυνη.

Ποιος να μας το ‘λεγε όμως ότι θα απολαμβάναμε το ποτό μας, σαν έτοιμοι να απολαύσουμε μια ωραία μουσική συναυλία, αλλά αντ’ αυτού θα κοινωνούσαμε μια εκρηκτική σε σύλληψη και εκτέλεση παράσταση, με τους πρωταγωνιστές να καταθέτουν δύο συλλεκτικές ερμηνείες, πλάθοντας τον προσωπικό τους «χώρο» με διαφορετικό υφόχρωμα. Ο Νεοκλής Νεοκλέους θυμίζει ερμηνευτικά τις παλιές καλές εποχές στον ΘΟΚ κι η Άννα Γιαγκιώζη έχει βαλθεί με κάθε νέα της δουλειά να μας κάνει να ξεχάσουμε τις υψηλές υποκριτικές επιδόσεις της προηγούμενης.
 
Η Μουσική Σκηνή Εξάντας, λοιπόν, μετατράπηκε σε τοπίο τραγωδίας και το παράδοξο του χώρου εντέλει λειτούργησε θετικά, με τους θεατές να έχουν αυτή την «ενοχλητικά» στενή σχέση με τα δρώμενα. Η απόσταση αναπνοής από την κρεβατοκάμαρα, τον οικείο χώρο του ζευγαριού, που μετατρέπεται σε πεδίο μιας ομηρικής ενδοοικογενειακής μάχης, εμπλέκει τον θεατή σ’ ένα καλοδεχούμενο παιχνίδι ανάμιξης με τα δρώμενα και μύχιας, ενοχικής ταύτισης με τους πρωταγωνιστές.
 
Δικαίως πολλοί αναγνωρίζουν κοινά στοιχεία στο έργο αυτό του Γκέλμαν με το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Άρθουρ Μίλερ, όμως μπορεί κανείς να διακρίνει και στοιχεία από τον Ίψεν, τον Στρίντμπεργκ, να αντιπαραβάλει την τραγικότητα και την ολέθρια υστεροβουλία της περίπτωσης του Ριχάρδου Γ’ του Σαίξπηρ, φτάνοντας το νήμα των συγκρίσεων μέχρι τη δηκτική Κλυταιμνήστρα και τον Αγαμέμνονα της Αυλίδας, ο οποίος δεν διστάζει να θυσιάζει το ίδιο του το παιδί στο βωμό του συμφέροντος, αλλά και σ’ αυτόν ακόμα τον Οιδίποδα.
 
Η σφοδρότητα της οικιακής σύγκρουσης, η ανάγλυφη αποκάλυψη της τραγικής ειρωνείας, οι ευθείες και ριζικές φιλοσοφικές ανησυχίες, αποκαλύπτουν σταδιακά κάτω από τη δριμεία κριτική απέναντι στην απληστία, τη σοβιετική γραφειοκρατία, αλλά και κάτω από τον συντονισμό με το κοινωνικό μομέντουμ που γέννησε το αίτημα για την Γκλάσνοστ, το αιώνιο δριμύ κατηγορώ για την ατελή ανθρώπινη φύση. Ο κεντρικός ήρωας, τυφλωμένος από αλαζονεία και φιλοδοξία, αδυνατεί να προβλέψει τις συνέπειες των πράξεών του και μοιραία αυτές στρέφονται εναντίον του και τον καταρρακώνουν.
 
Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος βασιλιάς για να… αξιωθεί μια τραγωδία. Εδώ οι ήρωες είναι αναγνωρίσιμοι, ρεαλιστικά αποτυπωμένοι, με τη συμπεριφορά τους να στρώνει το χαλί σ’ ένα θέατρο επιχειρήσεων αντιπαρατιθέμενων συμφερόντων και ιδεολογιών. Ο Γκέλμαν ιδιωτικοποιεί τη δημόσια κατάπτωση. Ο Αντρέι και η Νατάσα συναποτελούν μια οικογένεια-μπίζνα. Γίνονται φορείς και εκφραστές μιας ανάρμοστης πολιτικής κουλτούρας, που γεννά φαινόμενα όπως η διαπλοκή, η ρεμούλα, το ρουσφέτι, η ασυδοσία και η βολική, συνένοχη απάθεια. Εντούτοις, το παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών είναι ιδιωτική υπόθεση, κι έτσι θα μείνει. Η κάθαρση δεν έρχεται ποτέ και ο καθένας μένει μόνος με τις τύψεις του.
 
Ο Νεοκλής Νεοκλέους υπογράφει τη νευρώδη και σχολαστική σκηνοθεσία. Διακρίνει ότι δυνατό χαρτί του έργου είναι αυτό το παιχνίδι αντεγκλήσεων και μακρόσυρτων σιωπών και επιλέγει να το αξιοποιήσει έμμετρα: Άλλοτε τεντώνει και άλλοτε χαλαρώνει τα κύματα έντασης, ποντάρει σε μια ρυθμική εναλλαγή κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης. Παράλληλα επιτρέπει στον θεατή μια ομαλή προσαρμογή στην αίσθηση του χρόνου, που είναι μεν πραγματικός, αλλά περιέχει και την 20ετή πορεία της σχέσης.