«Love it or leave it!»: Μια παράσταση για τη σύγχρονη Τουρκία στο Θέατρο Γκόρκι.

Μπορεί κανείς να αγαπήσει την Τουρκία; Ή είναι καλύτερα να την αφήσει; Τη σωστή επιλογή στο αμείλικτο αυτό δίλημμα αναζητεί η γριφώδης και δυστοπική παράσταση με τίτλο «Love it or leave it!» που παρουσιάζεται από τον περασμένο Νοέμβριο στο ιστορικό θέατρο «Μαξίμ Γκόρκι» του Βερολίνου. Το έργο φέρει την υπογραφή του γεννημένου στην Άγκυρα σκηνοθέτη και συγγραφέα Νουρκάν Ερπουλάτ, ο οποίος έχει απαντήσει στο ερώτημα από το 1998, όταν και μετακόμισε μόνιμα στη γερμανική πρωτεύουσα.

Ο τίτλος αναφέρεται στο διαδεδομένο σύνθημα των Τούρκων εθνικιστών απέναντι σε όσους δεν συμμερίζονται τις πεποιθήσεις τους. Το «δανείστηκαν» από τις ΗΠΑ, όπου χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά την περίοδο του πολέμου στο Βιετνάμ από υστερικούς αντικομμουνιστές και μιλιταριστές εναντίον ειρηνόφιλων διαδηλωτών, καλώντας τους να επιδείξουν «πατριωτισμό» ή να ξεκουμπιστούν. Θέμα του έργου είναι η πολιτικά και κοινωνικά φουρτουνιασμένη σύγχρονη Τουρκία, της οποίας επιχειρεί να σκιαγραφήσει ένα ψυχοπαθολογικό πορτρέτο.

Δεν είναι τυχαίο ότι η παράσταση αυτή παρουσιάζεται στο συγκεκριμένο θέατρο, στην καρδιά του Βερολίνου, που ιδρύθηκε το 1952 και αποτέλεσε πυρήνα του σύγχρονου θεάτρου στην πάλαι ποτέ Ανατολική Γερμανία. Τα τελευταία πέντε χρόνια καλλιτεχνική του διευθύντρια είναι η τουρκικής καταγωγής παραγωγός Σερμίν Λάνγκχοφ, από την Προύσα, επί των ημερών της οποίας έχει εστιάσει εντονότερα σε έργα που άπτονται ιστορικών και πολιτικών θεμάτων κι έχει ανακηρυχθεί δύο φορές Θέατρο της Χρονιάς στη Γερμανία από το περιοδικό «Theater heute».

Η πλειοψηφία του καλλιτεχνικού δυναμικού του Γκόρκι είναι σήμερα μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς. Στην εξαιρετική διανομή της συγκεκριμένης παραγωγής, τους Τουρκογερμανούς Τανέρ Σαχιντούρκ, Μεχμέτ Γιλμάζ και Αϊλίν Εσενέρ πλαισιώνουν οι Γερμανοί Λέα Ντρέγκερ, Τιμ Πόρατ κι ο μουσικός της παράστασης Φίλιπ Χάαγκεν. Όλοι τους ανταποκρίνονται με συγκινητική αφοσίωση στη συνεχή εναλλαγή ρόλων και επεισοδίων.

Ο Ερπουλάτ πραγματοποίησε βαθιά και πολύμηνη πολιτική έρευνα και μάλιστα βρισκόταν για τον σκοπό αυτό στην ιδιαίτερη πατρίδα του τον περασμένο Ιούλιο, όταν ξέσπασε η απόπειρα του πραξικοπήματος. Το σίγουρο είναι ότι δύσκολα θα έβρισκε διανομή, πλαίσιο και χώρο για ανεβάσει αυτή την πρόταση στη σημερινή Τουρκία, όπου σίγουρα θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο, θα έπιανε πιο πολύ τόπο απ’ ότι στο τόσο μακρινό Βερολίνο. Δεν είναι και το απλούστερο πράγμα του κόσμου ν’ ασκείς ανοιχτή κριτική στον τουρκισμό, όπως εκφράζεται σήμερα στην εσωστρεφή γείτονα.

Τα κύματα των μαζικών συλλήψεων, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ασυγκράτητη κρατική καταστολή, το δημοκρατικό έλλειμμα περνούν από το μικροσκόπιο μιας παράστασης που δίχασε κοινό και κριτικούς στη Γερμανία. Βαθιά πικραμένοι με την κατάσταση στη μητέρα πατρίδα, ο Ερπουλάτ και ο στενός του συνεργάτης στη δραματουργία Τουντσάι Κουλάογλου, δημοσιογράφος και μεταφραστής από τη Σμύρνη, αγγίζουν κι άλλα θέματα της πολιτικής επικαιρότητας όπως τα σκάνδαλα διαφθοράς, το ξέπλυμα, οι δωροδοκίες, φτάνοντας και σ’ ένα δριμύ κατηγορώ για την αδιόρθωτα συντηρητική δομή της οικογένειας, τις εθνικές αγκυλώσεις, τη θρησκευτική εξάρτηση, την καταπίεση της γυναίκας, τον τοξικό φαρισαϊσμό της πατριαρχικής κοινωνίας, την καταδυνάστευση των μειονοτήτων, την ανατροφή της τρομοκρατίας.

Το σκούρο σκηνικό της Αλίσα Κόλμπους είναι ένα ενιαίο δωμάτιο με κρεβάτι, καθιστικό, ντουλάπες, παράθυρο, μια ύποπτη ιματιοθήκη κι ένα πληκτροφόρο όργανο. Δημιουργεί στον θεατή μια παραμορφωτική προοπτική σε βάθος που μοιάζει με το ματάκι της πόρτας. Τον πίσω τοίχο στολίζουν φωτογραφικά πορτρέτα Τούρκων ηγετών: ο τελευταίος σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ ο Β’, ο Μουσταφά Κεμάλ, ο Τζελάλ Μπαγιάρ, o Αντνάν Μεντερές, ο Τουργκούτ Οζάλ, ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, ο Αμπντουλάχ Γκιουλ. Κι ο Ερντογάν πού είναι; Αυτός είναι παντού. Μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα- οδοστρωτήρας για τη σύγχρονη Τουρκία, έχει παρεισφρήσει σε κάθε έκφανση της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής.

Η παράσταση ξεκινά και τελειώνει με όλο τον θίασο σε ακινησία, στην ίδια ακριβώς στάση, σαν κύκλος φρίκης που ανοίγει και κλείνει ατέρμονα. Ανάμεσά τους μια γυναίκα με φόρεμα στο χρώμα της σημαίας της Τουρκίας έχει θηλιά στο λαιμό και τα πόδια σε μια τρύπα στο πάτωμα- μια σαφής αναφορά στην επιδιωκόμενη επαναφορά της θανατικής ποινής. Το τραγούδι που κυριαρχεί είναι το «The End» των Doors, το οποίο εκφράζει την απαισιοδοξία των δημιουργών που θεωρούν ότι πλέον η Ευρώπη αδυνατεί να βγάλει την Τουρκία από τον δύσβατο, δημοκρατικά ελλειμματικό της μονόδρομο.

Οι δημιουργοί έχουν κωδικοποιήσει μια σειρά από νύξεις και αναγνωρίσιμα στοιχεία με εργαλεία συμβολικές υπερβολές και ψυχοπαθητικές επαναλήψεις όπως το ανακάτεμα του τσαγιού. Όλα αυτά δημιουργούν μια λυρική ατμόσφαιρα που μοιάζει με γαλήνιο εφιάλτη από ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Οι επιμέρους εικόνες είναι οικείες, παρόλο που καμιά από τις ιστορίες δεν είναι αφηγηματικά συμπαγής. Το συνολικό πλέγμα είναι πολύπλοκο, εξαιρετικά δύσκολο στην αποκρυπτογράφηση, ωστόσο είναι γλυκόπικρα αστείο και γοητευτικό.

Σπάζοντας τους κανόνες της κλασικής αφήγησης, το «Love it or leave it!» προσδοκά να κεντρίσει τις αισθήσεις για να ενεργοποιήσει τη σκέψη, εστιάζοντας στη σκοτεινή πλευρά της –τουρκικής- πραγματικότητας. Το αξιέπαινο από πλευράς των εμπνευστών είναι η πεποίθηση ότι η αιχμηρή (αυτο)κριτική, η εθνική αυτογνωσία αποτελεί πηγή ισχύος στον δρόμο προς την ουσιαστική βελτίωση και αλλαγή. Καλό θα ήταν βέβαια να μπορούσαν να το δουν αυτοί που πρέπει.