«Σκακιστική Νουβέλα» του Στέφαν Τσβάιχ σε σκηνοθεσία Γιάννη Καραούλη, στο Εγκώμιο Πολιτιστικό Κέντρο.

Τον Γιάννη Καραούλη δεν τον έφερε στο νησί η θάλασσα μαζί με τα φύκια. Κρίθηκε από τον Τάκη Τζαμαργιά ως ιδανικός «Πέτρος» σε μια παραγωγή που έμελλε να αποδειχθεί από τις πλέον σημαντικές του ΘΟΚ τα τελευταία χρόνια. Ως νιόφερτος σε μια καχύποπτη –εν μέρει με το δίκιο της– καλλιτεχνική κοινότητα, χρειάστηκε να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας και δεν ήρθε στην Κύπρο για αρπαχτή. Ότι, με άλλα λόγια, σέβεται τον εαυτό του και την τέχνη που υπηρετεί κι ότι έχει ανοιχτές κεραίες.
Πέραν του Πέτρου, έχει ήδη καταγράψει συμμετοχή σε μια περφόρμανς (Let Us Play) και μια θεατρική παραγωγή (Τρεις Ψηλές Γυναίκες) και σε κάθε ευκαιρία εκφράζει την εκτίμησή του για το δυναμικό και την ποιότητα της εγχώριας καλλιτεχνικής διεργασίας στην Κύπρο. Κι έφτασε ήδη να αρθρώνει τη δική του πρόταση και συνεισφορά, δηλώνοντας το ταπεινό του «παρών» στον θεατρικό μας βιότοπο.

Το ίδιο ισχύει και για τη Βικτώρια Φώτα, την οποία συναντά σε μια παράσταση- πρόκληση: μια θεατρική προσαρμογή του κύκνειου άσματος του Στέφαν Τσβάιχ «Σκακιστική Νουβέλα». Δεν έχω εντρυφήσει βαθιά, ομολογώ, στον Τσβάιχ γνωρίζω ωστόσο ότι υπήρξε στον καιρό του ένας συγγραφέας- σταρ, αλλά για αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του το ενδιαφέρον για το έργο του ατόνησε. Και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια αναθερμένεται μοιάζει με ανατριχιαστικό οιωνό για τη ζοφερή εποχή στην οποία εισερχόμαστε.

Ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε αυτοεξόριστος το 1942, επωμιζόμενος το βάρος ενός υπό κατάρρευση κόσμου. Αισθάνθηκε συνυπεύθυνος για την εδραίωση του ζόφου και της βαρβαρότητας,  εφόσον δεν κατάφερε να την αποτρέψειμε την πνευματική του εργασία.

Γιατί αυτή η παράσταση αποτελεί πρόκληση; Αν ήθελαν απλώς να μας «συστήσουν» τον Τσβάιχ θα μπορούσαν να επιλέξουν κάποιο από τα θεατρικά έργα του. Όμως προτίμησαν το τελευταίο και πιο εμβληματικό, που ωστόσο είναι πεζογράφημα. Με ό,τι συνεπάγεται για τη δραματουργική βατότητα του αποτελέσματος η απόπειρα θεατρικής προσαρμογής ενός πολυπρισματικού κειμένου από μια άπειρη πλην τίμια και ορεξάτη καλλιτεχνική ομάδα. Η διαδικασία της δραματοποίησης με τον διαμοιρασμό της πρωτοπρόσωπης αφήγησης απέφερε κάποια συγχωρητέα αφηγηματικά κενά. Συγχωρητέα, γιατί το έργο είναι ούτως ή άλλως ένα αίνιγμα το οποίο διαπνέεται από μια εγκεφαλική ένταση που βράζει κάτω από την φαινομενικά ομαλή αφήγηση.

Η «Σκακιστική Νουβέλα» είναι ένα διανοητικό παιχνίδι που μπορεί να θεωρηθεί και προκεκαλυμμένη προσωπική εξομολόγηση. Ένα αβυσσαλέο υπαρξιακό ψυχογράφημα και παράλληλα μια επιμελής πολιτική αλληγορία, που περικλείει τα αδιέξοδα μιας σκοτεινής εποχής και σκιαγραφεί την ψυχολογία του απολυταρχισμού. Περιγράφει την εφιαλτική αποκοπή της λογικής από τη φαντασία, με μοιραίο αποτέλεσμα μια αυτοκαταστροφική σχιζοφρένεια.

Η πρώτη αίσθηση που παίρνει ο θεατής καθώς «επιβιβάζεται» στο πλοίο για τη λατινική Αμερική (εν πλω ξετυλίγεται η πλοκή) είναι ότι οι συντελεστές πήραν πολύ σοβαρά το ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Η καλλιτεχνική παρέα ονομάστηκε 8Χ8, από τον αριθμό των συμμετεχόντων, ακριβώς για να αναδείξει το ομαδικό πνεύμα και την απροθυμία αυτοπροβολής. Εκεί όπου οι προαναφερθέντες συναντήθηκαν με τους Στέλιο Καλλιστράτη, Ανδρέα Μακρή, Χριστίνα Γεωργίου, Ελένη Ιωάννου, Σεσίλια Τσελεπίδη και Μυρσίνη Χριστοδούλου.

Κύριο προσόν της δημιουργικής ομάδας είναι η αντίληψη του χώρου, του Black Box στο Εγκώμιο Πολιτιστικό Κέντρο. Πρέπει απαραιτήτως να σταθώ στους φωτισμούς της Σεσίλιας Τσελεπίδη, που στην ουσία αποτελούν το κύριο σκηνικό της παράστασης. Είναι το οπτικό «καλούπι» μέσα στο οποίο χυτεύτηκαν τα αισθητικά και ιδεολογικά «κλειδιά» για τη δημιουργική αποκρυπτογράφηση του έργου. Η ομάδα κατάφερε να μεταδώσει τους ανατριχιαστικούς τριγμούς ενός κλυδωνιζόμενου κόσμου, στο έλεος της απάθειας και της πνευματικής νωθρότητας. Πέραν βεβαίως του λόγου, το σώμα αποτελεί βασικό εργαλείο αυτής της προσέγγισης καθώς πλάθεται ως ένα λυρικό λεξιλόγιο της έκφρασης με αξιοποίηση της συγκινησιακής βαρύτητας της κίνησης και της χειρονομίας.