«Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» του Αλέκου Σακελλάριου στο Σατιρικό Θέατρο. 

Αν σήμερα χαστουκίσει δάσκαλος μαθητή κινδυνεύει όχι μόνο να χάσει τη δουλειά και την ελευθερία του, αλλά και να διαπομπευθεί μέσω ΜΜΕ και κοινωνικών δικτύων. Βαρύ το τίμημα. Οι εποχές αλλάζουν και η χειροδικία δεν θεωρείται πλέον ενδεδειγμένη πρακτική πειθαρχίας ή αποτελεσματική μέθοδος διαπαιδαγώγησης. Όχι μόνο για τους δασκάλους, αλλά και για τους γονείς.

Το 1944, όταν ο Αλέκος Σακελλάριος έγραφε το έργο «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» για το θέατρο ή και το 1959 όταν το μετέφερε στον κινηματογράφο με τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, η σχετική συζήτηση βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα. Η έκφραση «ν’ αγιάσει το χέρι του» χρησιμοποιούνταν ευρέως κι η υπόθεση δεν αφορούσε μόνο το σχήμα εκπαιδευτικός- μαθητής, αλλά και το σχήμα άνδρας- γυναίκα. Ο Σακελλάριος, με τις τόσο ευαίσθητες κεραίες, ήξερε ακριβώς πώς να συμμετέχει: με επιφανειακό, ηθικολογικό και εύληπτο τρόπο, αλλά και με το ιδιαίτερο, ζεστό του χιούμορ. Μια αλάνθαστη συνταγή για εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια.

Στον 21ο αιώνα δεν μπορείς να υποστηρίζεις ανοιχτά σε ένα έργο οποιουδήποτε είδους βιαιοπραγία κατά παιδιών ή/ και γυναικών και να μη θεωρείσαι τουλάχιστον παρωχημένος, αν όχι ανισόρροπος. Είναι κοινά αποδεκτό ότι μια λεπτή γραμμή χωρίζει τη χειροδικία από την κακοποίηση. Για τους εκπαιδευτικούς βέβαια αυτό συνεπάγεται επιδείνωση του περιβάλλοντος εργασίας. Με τη συζήτηση να θεωρείται λήξασα, τουλάχιστον από θεωρητικής πλευράς, το έργο λογίζεται ως ξεπερασμένο. Έχει άλλο λόγο ύπαρξης το ανέβασμά του εκτός από το να αποτίσει φόρο τιμής στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο;

Το ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει το Σατιρικό Θέατρο και η Μαριάννα Καυκαρίδου, με μια παράσταση που παραδόξως ελάχιστα επενδύει στη νοσταλγία. Σε αντίθεση, δηλαδή, με την απόπειρα του ΘΟΚ το καλοκαίρι με την «Κόρη μου τη Σοσιαλίστρια». Έχουμε ξαναμιλήσει για το δικαίωμα (και την υποχρέωση) κάθε επιχορηγούμενου οργανισμού, όπως ο ΘΟΚ, ή το Σατιρικό, να ανεβάζουν «ελαφρές» παραγωγές με ξεκάθαρο στόχο την τέρψη του ευρέως κοινού. Το θέατρο δεν είναι πνευματικό τσιφλίκι κανενός. Κι η θέαση μιας παράστασης δεν είναι μια εμπειρία ίδια για όλους. Κάποιοι αναζητούν νοητική διέγερση, κάποιοι άλλοι απλώς ένα δίωρο απάγκιο, μακριά απ’ την ανηφορική τους καθημερινότητα.

Τα δύο αυτά έργα του Σακελλάριου έχουν ένα κοινό σχήμα. Προτείνουν την «εκδίκηση» της φτωχολογιάς έναντι του ξιπασμένου μεν, αλλά συνειδητοποιημένου κεφαλαίου, με όχημα την υπόσχεση της ανέλιξης. Ο φτωχός, πλην τίμιος και ηθικός νέος γίνεται δεκτός στην ανώτερη τάξη, που με τη σειρά της βρίσκει τρόπο να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της. Μια νόμιμη συναλλαγή, που ευνοεί και την κοινωνική κινητικότητα, κι ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Πέραν της κατακριτέας –πια- παιδαγωγικής μεθόδου που προτείνει, το «Ξύλο» είναι πολύ ανώτερο και πιο καλοφτιαγμένο έργο από την «Κόρη». Υπονοεί το χάσμα των γενεών, την αιώνια κόντρα μεταξύ παλιού και νέου, έννομης τάξης και ανομίας, την αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ πειθαρχίας και δημιουργικότητας. Παράλληλα, περιέχει κι ένα σχόλιο για τη χρησιμότητα ιδιωτικών σχολείων αποκλειστικά για κακομαθημένα πλουσιοκόριτσα, τα οποία προορίζονται για τον άχαρο ρόλο της γλάστρας- πυργοδέσποινας- στα ανώγεια της περήφανης πλουτοκρατίας.

Δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι με την πάροδο του χρόνου γίνεται περισσότερο εμφανές το πόσο η έμπνευση στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου στιγματίστηκε από τον έλεγχο ιδεών που άσκησαν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, ωθώντας τους δημιουργούς ουσιαστικά στην αυτολογοκρισία. Το όλο οικοδόμημα βασίστηκε στην κατασκευή στερεοτύπων, σ’ ένα υποτυπώδες αισθητικό αμπαλάζ, σε μια επιδερμική αντιμετώπιση των κοινωνικών ζητημάτων και μια απλοϊκή σύνοψη των γνωρισμάτων της μικροαστικής ιδεολογίας.

Η Μαριάννα Καυκαρίδου γνωρίζει καλά την τεχνική της κωμωδίας και δεν αναζητεί «επίπεδα ανάγνωσης» εκεί που δεν υπάρχουν. Διατηρεί γνώριμους κωμικούς τύπους της πασίγνωστης ταινίας, αλλά πιστεύει στο υποκριτικό της δυναμικό, όπως επίσης στο ίδιο το έργο και τα αθάνατα τραγούδια του Χατζιδάκι, καταφέρνοντας να εντοπίσει και σχηματικούς συνδέσμους με το σήμερα. Σύσσωμη η καλλιτεχνική ομάδα, στο πνεύμα του Σακελλάριου, δίνει βάση σ’ αυτό που εισπράττει ο κόσμος, χωρίς υπερβολές και φιοριτούρες, μακριά από φιλοσοφικά συστήματα, υπεραναλύσεις και συνθέσεις στοχασμών και θεωριών. Και αποζημιώνεται στο χειροκρότημα.