«Ένας αριθμός» της Κάριλ Τσέρτσιλ σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κάσιου.
Πέρσι τέτοια εποχή, με το «Love and Information», η Αθηνά Κάσιου σύστηνε στο θεατρόφιλο κοινό της Κύπρου την Κάριλ Τσέρτσιλ. Δηλαδή, την κατά πολλούς σημαντικότερη εν ζωή θεατρική συγγραφέα της Βρετανίας, που μαζί με τον Χάρολντ Πίντερ και τον Τομ Στόπαρντ θεωρείται εκ των κυριότερων αναμορφωτών της σύγχρονης βρετανικής δραματουργίας. Φέτος, φιλοδοξεί να πάει αυτή τη γνωριμία ένα βήμα παραπέρα, προτείνοντας ένα έργο παλαιότερο, πιο χαρακτηριστικό, αλλά και λιγότερο ιδιόμορφο ως προς τη δομή.
Όπως όμως το «Love and Information», το «Ένας αριθμός» είναι επίσης ένα έργο που μπορεί να αποδειχθεί όνειρο όσο και εφιάλτης για τον σκηνοθέτη. Αυτό οφείλεται κυρίως στην καθηλωτική απλότητα και στην ελευθερία κινήσεων που επιτρέπει, αλλά και ενθαρρύνει η συγγραφέας, αρνούμενη να δώσει οποιεσδήποτε κατευθυντήριες γραμμές ή νύξεις για το στήσιμο.
Το έργο γράφτηκε το 2002, λίγο πριν η Ντόλι, το διασημότερο πρόβατο του κόσμου, εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο κατόπιν ευθανασίας. Η συζήτηση για τη δεοντολογία της κλωνοποίησης βρισκόταν ακόμη στα ντουζένια της και κέντριζε τη φαντασία μυθιστοριογράφων, σεναριογράφων και θεατρικών συγγραφέων. Είναι όμως «το πρώτο αληθινό έργο του 21ου αιώνα», όπως χαρακτηρίστηκε, ακόμη ένα έργο επιστημονικής φαντασίας που συμβάλλει στον προβληματισμό για το πόσο η επιστήμη και η ηθική είναι αδιαχώριστες ή ανεξάρτητες η μια από την άλλη;
Η απάντηση είναι ξεκάθαρα «όχι». Η σχέση ενός ενοχικού πατέρα με τις τρεις πανομοιότυπες εκδοχές του γιου του είναι απλώς ένα όχημα για τη συγγραφέα, για να οδηγήσει με άνεση σε μια πλατιά λεωφόρο στοχασμών πάνω στην ύπαρξη, την ταυτότητα, τις οικογενειακές σχέσεις. Στόχος της είναι, παράλληλα με την «αντιδικία» μεταξύ γονεϊκής (περιβαλλοντικής) και φυλογενετικής επιρροής, να αναπτύξει τις προϋποθέσεις για μια πολυεπίπεδη ανατομία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η διαδρομή είναι δύσκολη και το χτίσιμο λεπτοδουλεμένο, με τη χρήση εύφλεκτων και εύθραυστων υλικών.
Η Αθηνά Κάσιου γοητεύτηκε από το έργο, την ελλειπτικότητα του λόγου και το όραμα της Τσέρτσιλ και θεώρησε ότι μπορούν να συναντήσουν τις δικές της καλλιτεχνικές προσλαμβάνουσες. Της αρέσει να παίζει με την αντιληπτική ικανότητα του θεατή, γιατί πρώτιστα της αρέσει να παίζει με τη δική της. Εξού και το ειλικρινές, σχεδόν παιδικό ενδιαφέρον με το οποίο παρακολουθεί τις αντιδράσεις των θεατών, τις οποίες ποτέ δεν κάθεται να υπολογίσει και να μετρήσει κατά τη διδασκαλία ενός έργου, πάντα απευθύνεται στο ένστικτό της και είναι έτοιμη να εκπλήξει πρώτιστα τον ίδιό της τον εαυτό. Αυτός είναι ο δικός της αγώνας στον κυπριακό θεατρικό στίβο. Και φαίνεται να είναι αδιαπραγμάτευτος.
Έτσι, δεν διστάζει να βάλει ένα ούτως ή άλλως πειραματικών διαθέσεων έργο στον δοκιμαστικό σωλήνα. Σκαλίζει βαθιά και αφαιρετικά τη φόρμα και επενδύει στην απλότητα. Δεν είναι μόνο το αόρατο σκηνικό, τοποθετημένο σ’ ένα σχεδόν αποστειρωμένο, ολόλευκο δωμάτιο-κουτί, με πλαστικές καρέκλες και μοκέτα. Ούτε τα απλά, καθημερινά κοστούμια και το χαμηλότονο τέμπο που όρισε στη δραματουργική αφήγηση. Η Κάσιου προβαίνει σε μια σκηνοθετική εκτομή. Δεν αφήνει περιθώρια υποκριτικής ελευθερίας στους πρωταγωνιστές (Σπύρος Σταυρινίδης, Ανδρέας Τσέλεπος) και επιλέγει να ξεθωριάσει τις γραμμές ανάμεσα στους τρεις κλώνους. Δεν αφήνει τις όποιες χαρακτηρολογικές τους διαφορές να αναπνεύσουν.
Έτσι, μετατρέπει την παράσταση σ’ έναν γοητευτικό μεν, αλλά περίπλοκο γρίφο. Ενδεχομένως, στόχος της δεν είναι να εστιάσει στη γονιδιακή προδιάθεση, να εκφράσει έναν προβληματισμό για την ισορροπία της φύσης και τα σύνθετα κίνητρα πίσω από το ένστικτο της επιβίωσης. Η δουλειά αυτή μάλλον θέλει να υπογραμμίσει ότι η ανθρώπινη φύση είναι ίδια. Οι όροι της ζωής είναι ίδιοι για όλους, βασίζονται σε μαθηματικά συστήματα και δεν επηρεάζονται ούτε κατά τη μεταφορά ανασυνδυασμένου DNA.