«Ταξίδι μεγάλης μέρας προς τη νύχτα» του Ευγένιου Ο’Νιλ, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, στον ΘΟΚ.

​Είδα το «Ταξίδι μεγάλης μέρας προς τη νύχτα» του Γιάννη Χουβαρδά κι όταν γύρισα σπίτι έκλαψα, που θα ‘λεγε κι ο Στίβεν Κινγκ. Όχι για ενδεχόμενη ζημιά στον δείκτη νοημοσύνης μου –αυτός έτσι κι αλλιώς είναι χαμηλός. Ούτε από ερεθισμό στον δακρυικό αδένα, ελέω της τεχνητής ομίχλης που φλομώνει σαδιστικά σκηνή και πλατεία στη μισή διάρκεια ενός μακρού θεατρικού ταξιδιού.

Και, όχι, δεν ήταν ούτε εξαιτίας των χρημάτων «του φορολογούμενου» που δαπανήθηκαν για τη συγκεκριμένη παραγωγή. Ο ΘΟΚ σωστά έπραξε και εμπιστεύτηκε έναν καταξιωμένο σκηνοθέτη, με διεθνή παρουσία και σπουδαία πορεία στο θέατρο και πολύ καλά έκανε και του εξασφάλισε όλα τα δυνατά εφόδια για να μετουσιώσει στο σανίδι το καλλιτεχνικό του όραμα. Ο Χουβαρδάς είχε συνοδοιπόρους συνεργάτες που γνωρίζει και εμπιστεύεται, όπως την Εύα Μανιδάκη, την Ιωάννα Τσάμη, τον Δημοσθένη Γρίβα και παράλληλα ευτύχησε να εξασφαλίσει τη διανομή της αρεσκείας του, με πέντε σπουδαίους ηθοποιούς, προεξαρχόντων της Ρένης Πιττακή και του Αντώνη Κατσαρή.

Είχε παράλληλα στα χέρια του ένα κλασικό έργο, που μπορεί να έχει σήμερα την αύρα του παλιακού κι όσο περνούν τα χρόνια να καταπονεί όλο και περισσότερο τον θεατή, απαιτώντας υπομονή και συγκέντρωση, εντούτοις δεν παύει να αποτελεί ένα αθάνατο αριστούργημα, γραμμένο «με δάκρυα και αίμα», μια διαχρονική κατάθεση για την ανατομία της κληρονομικής δυστυχίας.

Αυτό που με ενόχλησε ήταν η αλγεινή αίσθηση πως αυτή η ενέργεια, όλη αυτή η καλλιτεχνική ισχύς πήγε χαράμι. Πρόκειται πραγματικά περί «επιτεύγματος». Και μπορεί στον ΘΟΚ να αποδίδουν την απογοητευτική προσέλευση στην κακή συγκυρία και στην «περιρρέουσα ατμόσφαιρα» κατά την ταπεινή μου γνώμη, όμως, οι ευθύνες είναι κυρίως καλλιτεχνικές.

Σίγουρα η σκηνοθεσία του θεάτρου δεν είναι η ευκολότερη δουλειά του κόσμου. Πολλώ δε μάλλον όταν καταπιάνεται με ένα βαρύ έργο, ένα κείμενο- ψυχοθεραπεία του Ευγένιου Ο’ Νιλ, που απαιτεί τη δημιουργία ατμόσφαιρας σε σημεία που η δράση είναι απούσα. Δεν θεωρώ ότι έπαιξε αρνητικό ρόλο η γενναία συντόμευση του κειμένου, δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα η αφηγηματική συνοχή. Έχω την αίσθηση ότι ο Γ.Χουβαρδάς υποτίμησε την ικανότητα του θεατή να απορροφήσει το κείμενο. Δεν λέω -αλίμονο- ότι ήρθε ως άλλος κονκισταδόρος να μοιράσει χάντρες και καθρεφτάκια στους ιθαγενείς. Αντίθετα, επέδειξε μια ιδιαίτερη σπουδή κι επεξεργάστηκε σχολαστικά κάθε λεπτομέρεια, προτιμώντας και μια συγκρατημένα φορμαλιστική φόρμουλα. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν δυσκοίλιο. Απέπνεε μια ανασφάλεια και νευρικότητα, έναν τεχνικό υδροκεφαλισμό που προσωπικά με εξέπληξε.

Ο σκηνοθέτης ακονίζει περαιτέρω τις ήδη οξείες αιχμές του έργου και πιάνει το δράμα από το λαιμό για να το βουτήξει μέσα στην ίδια του τη φούρια να τονίσει περαιτέρω νοήματα, φιλοσοφικούς στοχασμούς, υπαρξιακές καταβυθίσεις. Και κόντεψε να το πνίξει, αποδυναμώνοντας τη θεατρικότητα και καταδικάζοντάς το σ’ έναν ανυπόφορα ληθαργικό ρυθμό.

Οι ηθοποιοί έμοιαζαν αγκυλωμένοι, σαν να μην υπηρετούσαν το έργο αλλά τον σκηνοθέτη. Διέκρινα έναν ηθογραφικά εμποτισμένο ποιητικό ρεαλισμό στις ερμηνείες, που στις πιο φορτισμένες σκηνές ξένιζαν με μια ιδιότυπη συναισθηματική ουδετερότητα και σε κανένα σημείο δεν εναρμονίζονταν με τον βαθύτερο παλμό του έργου.

Αντιλαμβάνομαι ότι το σκηνικό- κουτί με το κεκλιμένο ταβάνι και χωρίς εμφανείς πόρτες, της Εύας Μανιδάκη, μιας σκηνογράφου με βαθιά αρχιτεκτονική παιδεία, ταυτίζεται μεθοδολογικά με τις σκηνοθετικές ιδέες. Στόχο έχει να «εγκλωβίσει» όλη τη δράση και τους πρωταγωνιστές περιορίζοντας τη διαφυγή σε μια τρύπα με χώμα στο πάτωμα–εκτός φυσικά από το προσκήνιο. Όταν το αντίκρυσα, όμως, βίωσα μια… εμπειρία προμνησίας, αφού έφερε έντονα στο μυαλό τη σκηνική δομή της Αλίσα Κόλμπους για την παράσταση «Love It or Leave It!» που είδα πριν λίγο καιρό στο ιστορικό θέατρο «Μαξίμ Γκόρκι» του Βερολίνου.