«Μινέττι» του Τόμας Μπέρνχαρντ σε σκηνοθεσία Θανάση Γεωργίου.
«Ολόκληρη ζωή παριστάνουμε κάτι που κανείς δεν καταλαβαίνει». Αυτό είναι ένα από τα πολλά κοφτερά αποφθέγματα που μονολογεί ο Μινέττι, ήρωας του ομώνυμου έργου του Τόμας Μπέρνχαρντ, τα οποία βάλλουν κατευθείαν την αθωράκιστη ψυχή του θεατή. Έχουν ήδη γραφτεί και ειπωθεί πολλά για την παράσταση του Θεάτρου Δέντρο, η οποία έχει –δυστυχώς– ολοκληρώσει τον κύκλο της. Ήταν δύσκολο για μένα, ωστόσο, να αντισταθώ στην παρόρμηση να γράψω ένα κείμενο γι’ αυτή. Όχι για όσα κατάλαβα από αυτά που παρίσταναν, πλήρεις αληθείας, οι ερμηνευτές. Αλλά για όσα ένιωσα κι όσα πήρα μαζί μου.
Αργά ή γρήγορα, όσο καλή κι αν είναι μια θεατρική παράσταση, κάποτε συνερχόμαστε από τη διεγερτική εμπειρία της θέασης και, καθώς με τον καιρό η μνήμη ξεθωριάζει, το μόνο που απομένει είναι μια (πολύ) γενική αίσθηση-εικόνα και το πρόσημο που της βάλαμε. Από τη συγκεκριμένη παραγωγή του Θεάτρου Δέντρο θα μας μείνει επίσης το εξαιρετικό πρόγραμμα, το οποίο μεταξύ άλλων περιέχει ολόκληρο το έργο στην εξαιρετική μετάφραση του Στέλιου Παυλίδη, ο οποίος επρόκειτο να ενσαρκώσει αυτοπροσώπως το «πορτρέτο του καλλιτέχνη ως γέρου άνδρα» αν δεν τον προλάβαινε ο θάνατος.
Ο μαθητής του, Θανάσης Γεωργίου, εκτός από τη σκηνοθεσία ανέλαβε και τον ομώνυμο, πρωταγωνιστικό ρόλο, βρίσκοντας συνοδοιπόρους τον Φώτη Νικολάου –συνεργάτη του και στο «Λίγο ακόμα», που είχε παρουσιαστεί στην πάλαι ποτέ Πειραματική Σκηνή του ΘΟΚ– το Θέατρο Δέντρο και μια ομάδα αφοσιωμένων καλλιτεχνών. Το αποτέλεσμα του φιλόδοξου εγχειρήματος ήταν τόσο επιβλητικό, που ένιωθες ότι ξεπερνά τη θεατρική μας πραγματικότητα, ότι ασφυκτιά μέσα στα στενά, κυπριακά πλαίσια. Από το πρόγραμμα, λοιπόν, μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της παραγωγής δημιουργείται η βεβαιότητα ότι οι καλλιτεχνικοί υπεύθυνοι ήταν αποφασισμένοι να υπηρετήσουν κάτι μεγαλειώδες, αρνούμενοι να κάνουν και την παραμικρή έκπτωση. Όπως ήταν επόμενο, έφαγαν τα μούτρα τους οικονομικά, αλλά αυτό λίγο μας ενδιαφέρει ως θεατές –και οι ίδιοι όμως δεν νομίζω ότι το έχουν μετανιώσει.
Για τον Θανάση Γεωργίου ήταν κάτι σαν τάμα το ανέβασμα αυτής της παραγωγής, ένας φόρος τιμής στον δάσκαλό του. Εν πάση περιπτώσει, η ιστορία του κυπριακού θεάτρου θα καταγράψει ότι κάποιο Μάιο, το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, μια θεατρική πρόταση που… απαιτούσε από τον θεατή. Και την οποία πρόλαβαν να ευχαριστηθούν λίγοι υπερτυχεροί –τουλάχιστον οι δεκτικοί, αυτοί που είχαν το μυαλό ανοιχτό. Ένας λόγος ίσως είναι ότι ανέβηκε σε δύσκολη θεατρικά περίοδο, με το καλεντάρι ξέχειλο από παραστάσεις και τον Κύπριο θεατή, παραδοσιακά, όταν αρχίζουν να σφίγγουν οι ζέστες, να μην προτιμά «βαριές» προτάσεις.
Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν είναι ένας «εύκολος» συγγραφέας. Άπαξ όμως και τον ξεκλειδώσεις, είναι εξαιρετικά εθιστικός. Ο λόγος του είναι κοφτός, ρυθμικός, έντονος, σαν κοφτή ανάσα, με μια επανάληψη-σφυροκόπημα που αγκαλιάζει όλες τις πιθανές οπτικές γωνίες. Χωρίς κανένα σημείο στίξης. Γράφει για να ενοχλήσει, να ερεθίσει, με κάθε λέξη να μοιάζει βουτηγμένη σε χολή και αίμα. Έτσι παρέδωσε ένα έργο-φόρο τιμής στην «τερατώδη τέχνη του θεάτρου».
Το έργο είναι ένας μονόλογος, σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά με περιφερειακό καστ που θυμίζει χορό σε αρχαία τραγωδία. Ο Θανάσης Γεωργίου ουδετεροποίησε τον υπαρξιακό προσανατολισμό των «περιφερειακών» ηθοποιών, ενέταξε τέλεια το ατμοσφαιρικό, ηχητικό τοπίο του Δημήτρη Σπύρου, τους φωτισμούς, την κίνηση, τα σκηνικά, τα κοστούμια, ενώ μετέτρεψε σε πλεονέκτημα το ηλικιακό miscast. Ο ήρωας, παντοτινός και χωρίς ηλικία, κάνει ένα μετέωρο βήμα προς τα πίσω, για να αγναντέψει, αντι-δραματικά, τη ματαιότητα της ζωής και την αυτοαναφορικότητα της τέχνης. Σκηνή ανθολογίας το αξεπέραστο φινάλε, όπου μασκοφόρος ηθοποιός και χαρακτήρας γίνονται ένα, καθώς το χιόνι αρχίζει να τον σκεπάζει.