Το Σκαλί ήταν ασφυκτικά γεμάτο το βράδυ της περασμένης Κυριακής, καθώς τα 1109 εισιτήρια είχαν εξαντληθεί. Τι ήταν αυτό που προσέλκυσε τον κόσμο;

Ίσως το κατάλληλο της ημέρας και της ώρας. Ίσως η καλή επικοινωνιακή τακτική των διοργανωτών και της παραγωγής. Ίσως το ίδιο το έργο. Κι ίσως τα ονόματα των πρωταγωνιστών, με τη Στέλα Φυρογένη να θεωρείται σταθερή αξία στο αρχαίο δράμα και στους μεγάλους ρόλους και τον Σταύρο Λούρα να επιστρέφει στη σκηνή, μετά από ένα μεγάλο για τα δικά του δεδομένα χρονικό διάστημα, αλλά και να επιστρέφει στην αρχαία τραγωδία μετά από έξι ολόκληρα χρόνια και τον ρόλο του Κάδμου στις Βάκχες, που είχε σκηνοθετήσει ο Πάολο Μπαγιόκο στον ΘΟΚ.

Μένοντας στον Λούρα, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι ο ρόλος του Οιδίποδα είναι ο σπουδαιότερος που έχει αναλάβει σε αρχαία τραγωδία στα 40 και πλέον χρόνια της σπουδαίας πορείας του. Περισσότερους και πιο απαιτητικούς ρόλους είχε αναλάβει σε έργα του Αριστοφάνη και του Μενάνδρου, παρά σε τραγωδίες. Με το έργο αυτό αναμετρήθηκε και το 1986, ως μέλος του χορού τότε, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Νίκου Χαραλάμπους.

Είχε πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον η απόφαση του Λούρα να εμπιστευτεί έναν νεαρό και άβγαλτο στο αρχαίο δράμα σκηνοθέτη γι’ αυτή την εμφατική επιστροφή. Αν δικαιώθηκε το κοινό; Αυτό, όπως πάντα, είναι ένα δύσκολο ερώτημα. Άλλωστε, περί γεύσεων και χρωμάτων ουδείς λόγος. Αν πάντως κάποιος πήγε με μόνο σκοπό να παρακολουθήσει μια «λουροκεντρική» παράσταση, χαράμισε τον χρόνο του.

Η εντύπωση που αποκόμισα είναι ότι παρακολούθησα μια πρόταση ισορροπημένη, όπου όλοι οι συντελεστές, προεξάρχοντος του σκηνοθέτη αλλά ακόμη και του πολύπειρου πρωταγωνιστή, αντιμετώπισαν με πλήρη σεβασμό και δέος –μέχρι νευρικότητας- το ακατάλυτο αριστούργημα, σαν να κρατούσαν στα χέρια τους ένα σπάνιο κινέζικο βάζο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα καλό, αλλά σίγουρα δεν είναι κακό.

Παρά τη φαινομενικά μοντερνιστική σκηνοθετική πρόταση με τη «διάσπαση» του Οιδίποδα σε τρεις ηλικιακές κατηγορίες (νέος, μεσήλικας, ηλικιωμένος) και την ερμηνεία του από τρεις ηθοποιούς που παραδίδουν ο ένας στον άλλο τελετουργικά το στέμμα (Γιώργος Κυριάκου, Κούλλης Νικολάου, Σταύρος Λούρας), ο Άντυ Παπαδημητρίου ουσιαστικά δεν πήρε πολλά ρίσκα. Ήταν εμφανής η φροντίδα του να πετύχει την επικοινωνία του ανυπέρβλητου ποιητικού λόγου με το κοινό. Ήταν μια σχεδόν ακαδημαϊκή, «αριστοτελική» προσέγγιση που στόχο είχε να ξεδιπλώσει όσο πιο ομαλά και καθαρά γίνεται τη φιλοσοφική αγωνία, τις διαλογικές εντάσεις, τη συναρπαστική πλοκή, τη σπαραξικάρδια ανατροπή, την τραγική ειρωνεία, τη σφοδρότητα των παθών που συγκλονίζουν τους ήρωες. Κι έτυχε ή πέτυχε να αποκομίσει τη συνέπεια όλων των ερμηνευτών ως προς την υποκριτική γραμμή, που χαρακτηριζόταν από μια χαμηλότονη εξωτερικότητα.

Μεγάλο βάρος δόθηκε στη μετάφραση της Βαλεντίνας Ευθυβούλου, στη βάση της οποίας ο Παπαδημητρίου επένδυσε στην προσεκτική εκφορά και μεταφορά του λόγου απ’ όλους τους πρωταγωνιστές, εναλασσόμενους και μη, αλλά και τον ολιγομελή αλλά επιβλητικό Χορό των Θηβαίων (Αστέρης Πελτέκης, Τάσος Τζιβίσκος), που μέσω των στασίμων και του δραματικού κομμού ξετυλίγει απλά και βασανιστικά τον μυθικό γρίφο. Με τον τρόπο αυτό «κλείδωσε» τη μισή δουλειά.

Από εκεί και πέρα, οι κινηματογραφικές καταβολές του «προδώθηκαν» στον τρόπο που χρησιμοποιούσε ως μέλος τις χολιγουντιανού τύπου μουσικές φράσεις του –μόνιμου συνεργάτη του- Αλέξανδρου Κοξαρά για να προσδώσει στοιχεία ατμοσφαιρικής μεγαλοπρέπειας. Ακόμη και ο Λάκης Γενεθλής δεν απαρνείται αυτό το πνεύμα, προτείνοντας ένα οπτικά οικείο εσωτερικό ρολόι πύργου, σε τρεις διαφορετικές φάσεις στον χρόνο και τον χώρο, που λειτουργούσε ως ορόσημο των εσωτερικών και εξωτερικών μεταβολών. Αλλά κι αυτό σε πλήρη αντιδιαστολή με την πιο άκαμπτη και κλασική γραμμή του θρόνου, των κοστουμιών, των μασκών και του στέματος.