«Story of Blues», Zilla Project μαζί με τον Ηλία Ζάικο και καλεσμένους από την Ελλάδα.

Είναι εξαιρετικά νωρίς για απολογισμούς και κρίσεις σχετικά με το Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια, όμως έχει ένα ενδιαφέρον να κάνουμε μερικές διαπιστώσεις σ’ αυτή την πρώτη στροφή της διοργάνωσης, πριν η μουσική δώσει τη σκυτάλη στο θέατρο. Δεν αναιρώ τις επιφυλάξεις που έχω κατά καιρούς δημόσια διατυπώσει για τη φιλοσοφία των διοργανωτών ως προς τον σχεδιασμό του προγράμματος. Κι όχι από εγωισμό ή κακεντρέχεια –θέλω να πιστεύω– αλλά από ειλικρινές ενδιαφέρον και προσδοκία να δω το σημαντικότερο κρατικό φεστιβάλ να κάνει το επόμενο βήμα.

Το γεγονός ότι βιάστηκα να αποκαλέσω «τζούφιο» το πρόγραμμα υπενθυμίζω ότι δεν αφορούσε την ένδεια σε υποσχόμενες και αξιόλογες εκδηλώσεις, αλλά τη θέση του στον παγκόσμιο χάρτη αντίστοιχων διοργανώσεων. Ο Άντης Παρτζίλης εμφανιζόταν αισιόδοξος για την ποιότητα των επιλογών, αλλά και για την ανταπόκριση του κοινού μετά την εισπρακτικά προβληματική περσινή εμπειρία.

Οι τρεις πρώτες επιλογές του προγράμματος, πάντως, ξεπέρασαν κάθε προσδοκία από πλευράς αποτελέσματος. Και αν το αφιέρωμα στον Γκάτσο ήταν αναμενόμενα καλό, νοσταλγικό και υψηλού επιπέδου, όσο και εμπορικά εγγυημένο, οι δύο συναυλίες-αφιερώματα στην τζαζ και την (ή τα) μπλουζ ξάφνιασαν ευχάριστα τόσο με το αποτέλεσμα όσο και για την ανταπόκριση του κοινού. Ο τρόπος που η Αλέξια έκανε δικές της τις ιστορίες των σπουδαιότερων ερμηνευτριών της τζαζ, αντιπαραβάλλοντας την ιστορία της μουσικής αυτής μέσα στον 20ό αιώνα με τη δική της μουσική και προσωπική ιστορία ήταν πράγματι συγκλονιστικός.

Πέραν αυτής, η μουσική εκδήλωση με τίτλο «Story of the Blues» κατά την άποψή μου μπορεί να περιληφθεί στις σημαντικότερες συναυλίες που έγιναν φέτος στο νησί. Το κυπριακό σχήμα Zilla Project επιβεβαίωσε τη διεθνή του εμβέλεια και τη συνεχώς διευρυμένη απήχησή του με μια μεστή συνεργασία με τέσσερις σπουδαίους μουσικούς από την Ελλάδα. Μεταξύ αυτών και ο Ηλίας Ζάικος, από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της μπλουζ σκηνής στην Ευρώπη.

Σίγουρα αξίζουν συγχαρητήρια στην ομάδα παραγωγής και τον ηχολήπτη για την άρτια τεχνική κάλυψη της εκδήλωσης, παρά τον υψηλό δείκτη δυσκολίας του όλου πρότζεκτ. Ομολογουμένως, όμως, πέρα από τις συναρπαστικές εκτελέσεις και την αστείρευτη ενέργεια και χημεία που απέπνεαν οι συγκεντρωμένοι μπλούζμεν στη σκηνή, την παράσταση έκλεψε η ίδια η δομή της.

Τα μπλουζ, η γέννησή τους και η διαδρομή τους μέχρι τις μέρες μας είναι ήδη μια συναρπαστική περιπέτεια. Μια ενδοσκόπηση στα ενδότερα, από την ψυχή των μαύρων πρωτοπόρων του είδους στις νότιες πολιτείες, που αποτύπωναν με τις μουσικές τους εξομολογήσεις την κοινωνική και ταξική διάσταση της αφροαμερικανικής λαϊκής μουσικής, μέχρι τη δράση γενναίων καλλιτεχνών που πρόσθεσαν προσμίξεις από πιο γνώριμες μουσικές φόρμες, οι οποίοι δύνανται να ισχυριστούν ότι επηρέασαν βαθιά τον τρόπο ερμηνείας των καλλιτεχνικών τους επιγόνων και την εξέλιξη του ιδιόμορφου αυτού ιδιώματος.

Ο Ζάικος γέμισε τη σκηνή με την κιθάρα, τη φωνή, τον ρυθμό, την καθοδήγησή του. Τις εξωτικές, δυναμικές και ηλεκτρισμένες εμπνεύσεις του συμπλήρωνε η αξιοθαύμαστη αφοσίωσή του στο είδος για πάνω από τις τρεις δεκαετίες, όπως επίσης η απλότητα, η εμπειρία, η συνέπεια, αλλά και το πάθος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Blues Wire, το σχήμα που ίδρυσε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 με τον Σωτήρη Ζήση, έχουν χαρακτηριστεί ως η καλύτερη μπλουζ μπάντα στην Ευρώπη.

Με τον ίδιο στο τιμόνι, ουσιαστικά, η μουσική ομάδα αποκρυστάλλωσε την πολύπλοκη λειτουργικότητα του μπλουζ, μοιράζοντας στο εκστασιασμένο κοινό αφηγηματικές μπαλάντες, παράλληλα με τις μουσικολογικές και κοινωνιολογικές τους προεκτάσεις. Στο πλευρό του, εκτός από τους Zilla Project και τους Γιάννη Οικονομίδη και Χάρη Καπετανάκη στα πνευστά, στάθηκε μια απίθανη φωνή των μπλουζ, η Τζένη Καπάδαη, με τη βελούδινη χροιά της να διέρχεται μέσα από παραδοσιακές και σύγχρονες φόρμες, συνεισφέροντας σ’ ένα μαγευτικό αποτέλεσμα.