«Εικόνα 1» σε σύλληψη- σκηνοθεσία Στέφανου Δρουσιώτη.
Ώστε έτσι είναι λοιπόν το βεστιάριο του ΘΟΚ! Αν μη τι άλλο, όσοι δεν έτυχε να ξαναβρεθούν στα ενδότερα των Αποθηκών, με τη θέαση της παράστασης «Εικόνα 1» έχουν την ευκαιρία να πάρουν μια πρώτη εικόνα από τα σπλάχνα του οργανισμού. Όχι, δεν πιστεύω ότι αυτός ήταν ο απώτερος στόχος του Στέφανου Δρουσιώτη ή ότι επιδίωκε να κλείσει το μάτι στα αγλαά χρόνια του κυπριακού θεάτρου. Δεν θα καταδίκαζε συνειδητά σ’ ένα τέτοιο καλούπι το όραμά του. Αν και ο αντίλαλος της συγκεκριμένης πρότασης συνηχεί με το αίτημα του νέου περιβάλλοντος στον ΘΟΚ για επιστράτευση και άλλων χώρων, πέραν των συμβατικών.
Λειτουργικά, πάντως, αυτό που τον έλκυσε στον συγκεκριμένο χώρο είναι το βάθος του, εκτός φυσικά από εκείνη τη αμφίσημη αίσθηση βιομηχανικής απροσωπίας που τόσο αβίαστα αποπνέει. Ο Δρουσιώτης βρήκε το ανοιχτό πεδίο για να εγχύσει τις ιδέες του, αλλά και να εγκιβωτίσει την αχαλίνωτη φαντασία του, καταχρώμενος την καλλιτεχνική ελευθερία που είχε στη διάθεσή του. Προφανώς και μιλάμε για το είδος «κατάχρησης» που –δεδομένου του αποτελέσματος– είναι καλοδεχούμενη. Μην εκπλήσσεστε. Συμβαίνει συχνά αυτό στην αρένα της τέχνης.
Παρά τους σχολαστικά επιμελημένους φωτισμούς και τα έντονα χρώματα, προσωπικά είχα την αίσθηση ότι αυτό το σύντομο μεν, σφοδρό δε δρώμενο ήταν κατά κάποιον τρόπο ασπρόμαυρο. Με την έννοια ότι ερεθίζει ξεχωριστές αισθητηριακές ιδιότητες, δίνοντας την εντύπωση ότι προσεγγίζει βαθύτερα μια αποκαλυπτική αλήθεια.
Μπορεί η πράξη της δημιουργίας καθαυτή να λαμβάνει υπερβατικά χαρακτηριστικά, σαν το κυνήγι με θρησκευτική ευλάβεια μιας ανώτερης ικανότητας για το δημιουργείν, εντούτοις το αποτέλεσμα είναι πιο κοντά σε ένα υποσύμπαν με στοιχεία «μαγικού νατουραλισμού» –αν μου επιτρέπεται ο νεολογισμός. Είναι αφενός μια ελεγχόμενη έκρηξη συναισθημάτων με αναφορά στο παράδοξο και αφετέρου μια υπερβολική δόση πραγματικότητας με ονειρική υφή.
Η δουλειά του είναι αθεράπευτα εγωκεντρική, όσο και προσηλωμένη σ’ έναν ανώτερο σκοπό. Ο Δρουσιώτης φαίνεται να σκηνοθετεί σε όλη του τη ζωή μόνο ΜΙΑ παράσταση. Αυστηρά προσωπική. Αλλά επεισόδιο με επεισόδιο δεν κατασταλάζει, οι δαίμονές του δεν κατευνάζονται, αλλά διεγείρονται. Η θύελλα μέσα του μάλλον επιδεινώνεται. Είναι σε καλό δρόμο.
Αυτό το όνειρο, όπως το ζωντανεύουν ο Άρης Καλλέργης και η Μαρίνα Αργυρίδου, αντανακλά το υποσυνείδητό του. Προκύπτει ένας υπνωτιστικός γρίφος που αιχμαλωτίζει τον θεατή και στοιχειώνει τη μνήμη του. Ακροβατώντας μεταξύ μιας αδιατάρακτης γαλήνης και μιας εσωτερικής έντασης, αξιοποιεί ποιητικούς φθόγγους από το σύμπαν σημαντικών δημιουργών σε μια μανιώδη προσπάθεια να αρθρώσει μια δική του, εν εξελίξει γλώσσα, προσωπική και καθολική. Ο δημιουργός πλάθει σάρκα σ’ έναν κόσμο αθέατο, βγαλμένο από τους εφιάλτες και τους πόθους του. Με πρώτη ύλη εμφολεύοντες φόβους της ύπαρξης, αλλά ίσως επίσης απωθημένα και κρυφές επιθυμίες, παράγει οπτικό θέατρο που περιφρονεί τη συμβατική γραμμή. Παράλληλα, απορρίπτει τη μίμηση, αλλά και οποιασδήποτε μορφής ψυχολογική προσέγγιση των ρόλων. Άλλωστε δεν μιλάμε για χαρακτήρες, αλλά για αρχέτυπα.
Στο «Εικόνα 1» ο λόγος απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά προσφέρεται το βήμα στον θεατή να τον πλάσει ιδιωτικά. Το δράμα προκύπτει ακριβώς από τις χαραμάδες που βρίσκουν οι ισχυρές εικόνες για να εισβάλουν στον νου και την εκάστοτε πραγματικότητα που κουβαλάμε μέσα μας, διεγείροντας υπαρξιακά ερωτήματα. Ο χρόνος χάνει τη λογική σειρά του, ενώ ο ψυχρός χώρος πελαγώνει μέσα σε μια σειρά από φιλοσοφικούς συνειρμούς. Έτσι το νοητικό «κελί» ολοένα και στενεύει, γεγονός που βαθμιαία εντείνει την ψυχική αναταραχή. Και γεννάει την πιθανότητα ενός άλλου χρόνου και μιας άλλης πραγματικότητας.
Η έννοια της αποστείρωσης και της αντισηψίας ως σημείο αναφοράς είναι πολύσημη και λειτουργεί εξισορροπιστικά μεταξύ της αργής, νευρικής και επαναλαμβανόμενης εξωτερικής δράσης και του αναβρασμού της αόρατης εσωτερικής κίνησης.