Οκτώ μέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ – Mercosur, που προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις σε συνδέσμους αγροτών, καταναλωτών και περιβαλλοντιστών και οδήγησε στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου να παραπέμψει το κείμενο στο Δικαστήριο της ΕΕ, με την ελπίδα της ισχνής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να κριθεί ασύμβατο με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, η ΕΕ επισημοποίησε μία άλλη, μεγαλύτερη, εμπορική συμφωνία για ελεύθερες συναλλαγές, με την Ινδία.

Ούτε πριν την ανακοίνωση της συμφωνίας με την Ινδία, ούτε μετά, υπήρξαν δημόσιες διαφωνίες. Σε γενικές γραμμές, για την ώρα τουλάχιστο, η συμφωνία με την Ινδία έγινε δεκτή με ικανοποίηση από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αλλά και από την κοινή γνώμη.

Η σημασία της συμφωνίας της ΕΕ με την 4η πιο μεγάλη οικονομία του κόσμου είναι αυταπόδεικτη με εμπορικούς όρους. Η Κομισιόν αισιοδοξεί ότι θα οδηγήσει σε διπλασιασμό των ευρωπαϊκών εξαγωγών στην Ινδία τα επόμενα 6-7 χρόνια. Και σε δημιουργία εκατοντάδων χιλιάδων νέων θέσεων εργασίας.

Αν και η συμφωνία συζητείται εντατικά εδώ και τρία χρόνια με την ινδική κυβέρνηση, η επισημοποίησή της μόλις μία εβδομάδα μετά τη νέα σοβαρή κρίση στις σχέσεις ΕΕ – ΗΠΑ, δεν μπορεί να μη συνδεθεί με τα τερτίπια του Αμερικανού προέδρου και την έντονη ανάγκη των ισχυρών κυβερνήσεων της Ένωσης να αντιδράσουν κάπως και να διαψεύσουν όσους τους θεωρούν εγκλωβισμένους στη δύναμη και την υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως την υπέμνησε με τη γνωστή του υπεροψία ο Ντόναλντ Τραμπ στο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός.

Χθες, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας -και αντικαγκελάριος- Λαρς Κλίνγκμπαϊλ είπε πως η συμφωνία αναμένεται να δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι της Κίνας και των ΗΠΑ, στο πλαίσιο των παγκόσμιων εμπορικών ανακατατάξεων.
Η δε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είπε μετά τη χειραψία με τον Ινδό πρωθυπουργό Μόντι ότι «στείλαμε ένα μήνυμα στον κόσμο ότι η συνεργασία βάσει κανόνων εξακολουθεί να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα». Σαφές το μήνυμα προς εκείνον που δεν καταλαβαίνει ούτε από κανόνες, ούτε από διεθνές δίκαιο.

Είπε ακόμα ότι η συμφωνία στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στον κόσμο ότι ο διάλογος και η συνεργασία αποδίδουν και ότι η ΕΕ και η Ινδία επιλέγουν στρατηγική συνεργασία έναντι του προστατευτισμού. Και αυτό σαφές μήνυμα προς συγκεκριμένο αποδέκτη.

Από πλευράς του, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, είπε πως η εμπορική συμφωνία όχι μόνο ενισχύει το εμπόριο, δημιουργώντας μια αγορά περίπου 2 δισ. ανθρώπων, αλλά στέλνει και πολιτικό μήνυμα κατά του προστατευτισμού και υπέρ των κανόνων του διεθνούς εμπορίου. Και αυτός ξεκάθαρος.

Η χθεσινή συμφωνία θα πρέπει να περάσει από μακρόσυρτες διαδικασίες αποδοχής και επικύρωσης από τους αρχηγούς των κυβερνήσεων και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αν και δεν αναμένεται να έχει την τύχη της συμφωνίας με τις χώρες της Mercosur, η έναρξη εφαρμογής της και η παραγωγή οφέλους για τους παραγωγούς και τους καταναλωτές της ΕΕ αργεί πολύ.

Η πολιτική της σημασία, όμως, ενεργοποιήθηκε ήδη από χθες και θα παράγει αποτελέσματα, στον βαθμό που η ΕΕ εννοεί τα όσα δηλώνουν η πρόεδρος της Επιτροπής και ο πρόεδρος του Συμβουλίου για την ανάγκη κατοχύρωσης της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας της.

Και τα δείγματα αυτής της ανεξαρτησίας, σε όλα τα επίπεδα, δεν νοείται να περιοριστούν στις εμπορικές συμφωνίες της Ένωσης με τη Mercosur, την Ινδία ή -νωρίτερα- με τη Νότια Αφρική και τη Σιγκαπούρη. Πρέπει να γίνουν ορατά και σε άλλα επίπεδα. Η διαφαινόμενη παγίωση της εξάρτησης της ΕΕ από το αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο και οι αξιώσεις των ΗΠΑ για εκτόξευση της αξίας των ενεργειακών προϊόντων που θα καταλήγουν στις χώρες της ΕΕ από αμερικανικά λιμάνια δεν θα συνδράμουν στην ανεξαρτησία -πολιτική, εμπορική, ενεργειακή- της Ευρώπης από τον υπεραντλαντικό σύμμαχο.

Είναι ενδιαφέρουσες οι φωνές που ακούγονται από ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις και κυβερνήσεις υπέρ μιας συνολικής αναθεώρησης των πολιτικών της ΕΕ απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους της και τους παραδοσιακά θεωρούμενους εχθρούς της.
Η διελκυστίνδα της προέδρου της Επιτροπής και της ύπατης εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάγια Κάλας πιθανότατα δεν είναι άσχετη με τη συγκρατημένη, έστω, διάθεση ισχυρών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για επαναξιολόγηση των σχέσεων της ΕΕ με μεγάλες δυνάμεις της διεθνούς σκηνής.