Συχνά οι τεχνοκράτες δεν γίνονται απολύτως κατανοητοί όταν απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Κι άλλες φορές, άνθρωποι χωρίς τεχνοκρατική γνώση εκτίθενται ή χάνουν σημαντικά τμήματα της πραγματικότητας όταν επιχειρούν να ερμηνεύσουν σύνθετα φαινόμενα. Και ο ηλεκτρισμός είναι πολύ σύνθετο θέμα.
Ο Ανδρέας Προκοπίου, πρώην Ανώτερος Ερευνητής στον τομέα των Έξυπνων Δικτύων στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και σήμερα επαγγελματικό στέλεχος ιδιωτικής εταιρείας παραγωγής ρεύματος από φωτοβολταϊκά, σε συνεργασία με την Αρχιεπισκοπή, καταβάλλει ουσιαστικές προσπάθειες, και μέσω του philenews, για να εξηγήσει τη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού, στην οποία προσβλέπει εμπορικά και η εταιρεία στην οποία εργοδοτείται.
Ακόμα, όμως, και οι γνώσεις που αντλούνται από άρθρα του κ. Προκοπίου δεν αποδεικνύονται αρκετές για να διαφοροποιηθούν η γενική εντύπωση στην κοινή γνώμη και η κεντρική άποψη πολλών τεχνοκρατών ότι η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, όπως εφαρμόζεται στην Κύπρο της ηλεκτρικής απομόνωσης και της απουσίας φθηνότερων συμβατικών καυσίμων έναντι του μαζούτ και του ντίζελ, δεν οδηγεί σε μείωση του κόστους για την τεράστια μάζα των οικιακών καταναλωτών.
Για τους οικιακούς χωρίς φωτοβολταϊκά στέγης (κάπου 300-350,000 νοικοκυριά) και για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού δεν υπάρχει. Δεν τους αφορά. Ή αν υπάρχει και αν τους αφορά, είναι για να αυξάνει το κόστος παραγωγής και το λειτουργικό κόστος της ΑΗΚ που μεταφέρεται σε αυτούς.
Στο τελευταίο ενδιαφέρον άρθρο του, ο κ. Προκοπίου καλεί όλους να τοποθετούνται για την αγορά επικαλούμενοι τα στοιχεία και όχι στη βάση απόψεων.
Ο ίδιος παραθέτει επίσημα στοιχεία, για να πείσει ότι:
1 Στις ώρες ηλιακής παραγωγής, η μεσοσταθμική τιμή διαμορφώνεται στα 11.8 σεντ την κιλοβατώρα.
2 Σχεδόν το 20% των ωρών ηλιακής παραγωγής εκκαθαρίζεται σε μηδενικές τιμές. Δηλαδή, για ένα σημαντικό μέρος του χρόνου, η ενέργεια των ΑΠΕ στην αγορά δεν αμείβεται καθόλου.
Η στήλη δεν αμφισβητεί τα στοιχεία. Πώς να τα διαβάσουμε όμως τα στοιχεία;
Αν η μεσοσταθμική τιμή στην προημερήσια αγορά (το «χρηματιστήριο», ένα ελάχιστο μέρος της συνολικής αγοράς) είναι 11.8 σεντ όταν έχει ήλιο, σε ποιο βαθμό επωφελούνται ο οικιακός καταναλωτής και οι επιχειρήσεις, που και να θέλουν δεν μπορούν να συμβληθούν σήμερα με ιδιώτες προμηθευτές ηλεκτρισμού;
Τι νόημα έχει για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις η μεσοσταθμική τιμή των 12 σεντ όταν έχει ηλιοφάνεια ή ακόμα και η μηδενική τιμή (χονδρική) στο 20% του χρόνου με αναμμένο ήλιο (εξαιρουμένου του καλοκαιριού), από τη στιγμή που η ρυθμιζόμενη από τη ΡΑΕΚ οικιακή διατίμηση επιφέρει τελικό κόστος 30 ή 35 σεντ την κιλοβατώρα στην τεράστια πλειοψηφία;
Κανένα νόημα, υποθέτω. Ούτε καν το σύνολο της μικρούλας -σε μέγεθος και ηλικία- ανταγωνιστικής αγοράς δεν αφορά αυτή η τιμή, αφού δεν περιλαμβάνει τις τιμές κιλοβατώρας στα διμερή συμβόλαια ιδιωτών προμηθευτών με τους μεγάλους εμπορικούς καταναλωτές πελάτες τους.
Ακόμα, όμως, και αυτά τα στοιχεία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αξιόπιστα σε αυτή τη φάση. Πρέπει να περιμένουμε το καλοκαίρι, όταν η παραγωγή από τα φωτοβολταϊκά θα πρέπει να ενισχύεται συνεχώς από την ακριβότερη παραγωγή της ΑΗΚ. Δεν θα είναι 11.8 σεντ η μεσοσταθμική τιμή το καλοκαίρι. Θα είναι πολύ υψηλότερη. Αλλά και αυτό τι διαφορά κάνει για εμάς;
Αν έχεις οικιακό φωτοβολταϊκό και στοιχειωδώς υγιή καταναλωτική κουλτούρα, τη βγάζεις. Αν ανήκεις στην πλειοψηφία των οικιακών που δεν έχουν, θα δυσκολεφθείς πολύ και δεν θα σε βοηθήσει η ανταγωνιστική αγορά. Δεν σε αφορά, έστω σε αυτό το στάδιο. Πιο πολύ σε αφορά ο πόλεμος του ακατανόμαστου και οι συνέπειες στην τσέπη σου, παρά η ιδιωτική ηλεκτρική ενέργεια.
Διότι εφαρμόζουμε ένα μοντέλο αγοράς που δεν κοινωνικοποιεί τα οφέλη από τη δυνητικά φθηνότερη πράσινη ενέργεια. Όπως ακριβώς το είπε -μέσω του «Φ»- ο Καθηγητής στο Ινστιτούτο Κύπρου Θεόδωρος Ζαχαριάδης: «Τα οφέλη της πράσινης μετάβασης (σ.Φ. τα υπολογίζει 1.4 δισ. ευρώ ως προστιθέμενη αξία στην οικονομία), δεν έχουν κατανεμηθεί ισότιμα στην κοινωνία. Οι κύριοι ωφελημένοι ήταν πολλοί επενδυτές φωτοβολταϊκών πάρκων, αλλά και το 25-30% των νοικοκυριών που είχαν τη δυνατότητα να εγκαταστήσουν φωτοβολταϊκά. Οι περισσότεροι πολίτες και επιχειρήσεις επωφελήθηκαν σε πολύ μικρότερο βαθμό. Με περισσότερες ΑΠΕ, ίσως κάποιες προσεκτικές παρεμβάσεις στην αγορά ηλεκτρισμού και με πιο μαζικά σχήματα, όπως οι ενεργειακές κοινότητες, τα οφέλη της πράσινης μετάβασης μπορούν να διαχυθούν ευρύτερα στην κοινωνία».