Μαίνεται ο «πόλεμος» μεταξύ Αρχηγού Αστυνομίας, αρμόδιου Υπουργού και συντεχνιών αστυνομικών.
Σίγουρα το να είσαι μέλος της αστυνομικής δύναμης δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Ως κόρη αστυνόμου, υπεύθυνου του εγκληματικού τμήματος της Αστυνομίας σε μια δύσκολη για τη Δημοκρατία περίοδο, γνωρίζω ότι όταν κάποιος είναι ευσυνείδητος, δεν ακολουθεί ωράρια. Ο πατέρας μου, έχοντας μετεκπαιδευτεί στην Scotland Yard, τίμησε τη στολή του. Θυμάμαι ένα βράδυ, μας ξύπνησε ο δυνατός ήχος του τηλεφώνου που τον πληροφόρησε για φόνο στην Πάφο. Ντύθηκε αμέσως και έφυγε.
Όμως, δεν ήταν πάντα όλοι οι αστυνομικοί εξίσου ευσυνείδητοι. Υπήρχαν και τα μαύρα πρόβατα όπως η περίπτωση του ανώτερου αστυνόμου Γεώργιου Λαγοδόντη που κατείχε τη θέση κλειδί υπεύθυνου του Ειδικού Κλάδου Πληροφοριών της Αστυνομίας. Παραιτήθηκε και απελάθηκε από την Κύπρο (1962) με πολύ βαριές και αξιόποινες κατηγορίες. Σε έρευνα, που ηγείτο ο υπουργός Δικαιοσύνης Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, στο σπίτι του Λαγοδόντη την προηγούμενη ημέρα της αναχώρησής του, στην απουσία του ίδιου και της συζύγου του, βρέθηκαν σύμφωνα με δημοσίευση της εφημερίδας «ΜΑΧΗ»: «α) τσεκ τουρκικής τραπέζης, β) ποσόν χρημάτων εις πεντόλιρα, 1500 περίπου λίρες, γ) δίπλωμα του τελευταίου Βρετανού Κυβερνήτη της Κύπρου σερ Χιου Φουτ προς τον κ. Λαγοδόντην, «δια τας υπηρεσίας τας οποίας ούτος προσέφερεν εις την Μεγάλην Βρετανίαν», δ) μεγάλες ποσότητες μπαταριών, πολυγράφοι, πιστόλια και σφαίρες». Επίσης, γυναίκες που διατηρούσαν κακόφημους οίκους και ιδιοκτήτες χαρτοπαικτικών λεσχών κατέθεσαν ότι χρηματοδοτούσαν το Λαγοδόντη δια να τους προστατεύει από μηνύσεις της Αστυνομίας. Είχε διαπιστωθεί ότι είχε στενές σχέσεις με πράκτορες της «Ιντέλλιτζενς Σέρβις» (των αγγλικών μυστικών Υπηρεσιών) στους οποίους έδινε πληροφορίες, ως επίσης και με Τούρκους εξτρεμιστές.
Σάπια μήλα υπάρχουν πάντα και παντού ακόμα και στα καλύτερα «σπίτια».
Διάβαζα τελευταία τα Απομνημονεύματα (Not for the faint hearted: My Life Fighting Crime) του πρώην Αρχηγού της Μητροπολιτικής Αστυνομίας John Stevens (2000-2005) που αποτελεί τη μεγαλύτερη αστυνομική δύναμη του Ηνωμένου Βασιλείου, υπεύθυνη για την αστυνόμευση της ευρύτερης περιοχής του Λονδίνου. Σήμερα αριθμεί 34.000 αστυνομικούς και 10.000 βοηθητικό προσωπικό. Όταν ανέλαβε αρχηγός ο John Stevens, η δύναμη απαριθμούσε μόνο 26.500 αστυνομικούς αλλά φρόντισε να αυξήσει τον αριθμό σε 30.300.
Έμπειρος αεροπόρος λόγω της οικογενειακής επιχείρησης, ξεκίνησε την καριέρα του (1962) ως απλός αστυνομικός εκτελώντας περιπολίες σε διάφορες περιοχές του Λονδίνου, οπλισμένος μόνο με ένα ρόπαλο, όπως ήταν οι κανονισμοί τότε. Επειδή τότε δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα, ούτε καν είχαν ασύρματο ώστε σε περίπτωση κινδύνου να καλέσουν ενισχύσεις φρόντιζαν να έχουν καλές σχέσεις με την κοινότητα. Ήταν εφοδιασμένοι μόνο με σφυρίχτρες και επειδή οι περιπολίες ήταν σχετικά πυκνές υπήρχε ελπίδα ότι κάποια άλλη περιπολία εκεί κοντά θα τους άκουε. Πίστευε στην παρουσία της αστυνομίας στους δρόμους και όταν αργότερα ανέλαβε αρχηγός φρόντισε να βγάλει αρκετούς αστυνομικούς στους δρόμους.
Από τις πρώτες συλλήψεις που αναφέρει ήταν τριών Κυπρίων στην κατοχή των οποίων βρέθηκαν παράνομα όπλα.
Όταν ανέλαβε αρχηγός υπήρχαν πληροφορίες για κάποια διεφθαρμένα στοιχεία τόσο στη Μητροπολιτική Αστυνομία όσο και στην Εθνική Ομάδα Δίωξης Εγκλήματος οι οποίοι «μόλυναν» μυστικές αστυνομικές έρευνες και τις υπονόμευαν, πουλώντας πληροφορίες σε εγκληματικές επιχειρήσεις. Δημιουργήθηκε η Επιχείρηση Othona (1993) με πάσαν μυστικότητα, που στεγαζόταν εκτός Λονδίνου στελεχωμένη με ακέραιους ανθρώπους οι οποίοι σοκαρίστηκαν από την κλίμακα της διαφθοράς που άρχισαν να αποκαλύπτουν οι έρευνές τους. Υπήρχαν τουλάχιστον 200 «ονομαστικοί» παραβάτες. Οι αστυνομικοί της Othona δικτυώθηκαν με την εγκληματική αδελφότητα και μίλησαν με πρόθυμους πληροφοριοδότες. Χρησιμοποίησαν επίσης παρεμβατικές μεθόδους παρακολούθησης, καλωδιώθηκαν σε αστυνομικά τμήματα τα τηλέφωνα και σε ορισμένες περιπτώσεις τα αυτοκίνητα αστυνομικών, ακόμη και τα σπίτια τους, για να αποσπάσουν στοιχεία για διαφθορά.
Η πρώτη υπόθεση αφορούσε τρεις αστυνομικούς που είχαν ύποπτες διεφθαρμένες σχέσεις με πληροφοριοδότες και προσπαθούσαν, μέσω των επαφών τους στον υπόκοσμο, να εντοπίσουν έναν εγκληματία που είχε απόθεμα ναρκωτικών. Ακολούθως, πλαστογραφώντας ένα ένταλμα δήθεν για να ερευνήσουν το χώρο, έκαναν κατάσχεση τα ναρκωτικά και τα πουλούσαν για ίδιο όφελος. Για ανταμοιβή, έδιναν μέρος των ναρκωτικών πίσω στον πληροφοριοδότη.
Μεγάλη αίσθηση προκάλεσε η επίσημη παραδοχή ότι 1% του σώματος ήταν διεφθαρμένοι.
Ο Stevens δεν δίστασε να συλλάβει και φυλακίσει τον 16χρονο γιο του τότε πρωθυπουργού, Tony Blair, που κυκλοφορούσε μεθυσμένος.
Η πολιτική του ήταν να διατηρεί καλές σχέσεις με τα μέσα ενημέρωσης και να είναι ανοιχτός και διαθέσιμος σε αυτά.
Στο βιβλίο του περιγράφει με απλά λόγια τις ζωή του και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε.
Κάποιες από τις μεθόδους που χρησιμοποίησε φαίνονται να είναι αποτελεσματικές. Ειδικά ο τρόπος που «καθάρισε» το σώμα από τους επίορκους αστυνομικούς.
Εντύπωση προκαλεί η διαπίστωσή του (σ. 266) ότι ο διεφθαρμένος είναι συχνά κάποιος που επιφανειακά χαίρει μεγάλου σεβασμού και θεωρείται από τους γύρω του ως εργατικός, με υψηλό κίνητρο και επιτυχημένος.
Στον τόπο μας λέγονται και γράφονται πολλά για πιθανές συγκαλύψεις ή και εξαφανίσεις τεκμηρίων. Μόνο το γεγονός αυτό συντελεί στο να μην έχει εμπιστοσύνη το κοινό στη Δύναμη, που είναι πολύ αρνητικό.
Μήπως θα έπρεπε να ξεκαθαρίσει η κατάσταση όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά χάριν της συντριπτικής πλειοψηφίας αστυνομικών που εργάζονται πολύ ευσυνείδητα.