«Όσοι βλέπουν, οφείλουν να μιλούν. Και όσοι σιωπούν, ας γνωρίζουν ότι παίρνουν θέση».
Από τη δημόσια τοποθέτηση του επιχειρηματία Κώστα Κλεάνθους κρατώ αυτό, γιατί είναι κάτι που — επίσης — έχω κουραστεί να λέω εδώ και χρόνια.
Αυτές οι μέρες είναι αυτό ακριβώς που η σύγχρονη, διεθνής αργκό περιγράφει με τον όρο “F*ckup”. Το μόνο βέβαιο είναι πως ευθύνες, τουλάχιστον για το δικό μας κομμάτι, των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ, υπάρχουν παντού και είναι ασήκωτες.
Θα τολμούσα δε να πω ότι οι ευθύνες αυτές είναι απείρως σοβαρότερες και περισσότερες.
Η παρέμβαση του επιχειρηματία και πλειοψηφικού μετόχου του «Φιλελεύθερου», αφορούσε το ζήτημα του επιχειρούμενου διασυρμού του μέσω κοινών χυδαιοτήτων από γνωστή περίπτωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η όλη παρουσία και ο λόγος της οποίας δεν διεκδικούν και περγαμηνές σοβαρότητας και πολύ περισσότερο ισορροπίας.
Η συγκεκριμένη, όπως και όλες οι υπόλοιπες περσόνες και περιπτώσεις που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, σε ανώνυμα accounts, μέσω «αποκαλύψεων» ή άλλως πως, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από τα ΜΜΕ, αλλά έτυχαν ισότιμης διαχείρισης με όσους μιλούσαν επώνυμα ή και θεσμικά. Το ίδιο και οι μασκοφόροι κάτω από τις ειδήσεις, οι οποίοι συνεχίζουν ελεύθερα να μαγαρίζουν τους πάντες ανενόχλητοι, στο πλαίσιο μιας τάχα, ελευθερίας της έκφρασης.
Μέσα και δημοσιογράφοι είμαστε συνένοχοι για αυτό που έγινε. Διότι κανένας καϊλές δεν μας είχε πιάσει για καμία ελευθερία, καμίας έκφρασης. Σε καιρούς χαλεπούς, χωρίς αυτό να συνιστά δικαιολογία, η χυδαιότητα αφέθηκε να κατέλθει ως χείμαρρος, παρασύροντας τα πάντα, για τα κλικ και την προσοχή.
Η μοναδική ενασχόληση της Ένωσης Συντακτών, όπως και της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ήταν όταν, με αφορμή τις προσπάθειες για περιορισμό της ασυδοσίας στο διαδίκτυο και τα ΜΚΔ, είχαν ξεσηκωθεί αλαλάζοντας για την «απειλή στην ελευθερία του Τύπου».
Η ελευθερία του Τύπου, όμως, είναι κατοχυρωμένη πέρα για πέρα στην Κύπρο και, εκεί όπου απειλείται, η απειλή δεν προέρχεται από τον νόμο. Εάν εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος δημοσιογράφος προσβάλω την υπόληψη ενός ανθρώπου, θα καταλήξω — και έτσι πρέπει — στο Δικαστήριο. Εάν πάλι κάποιος φτιάξει ένα ανώνυμο account ή μπει κάτω από τη δουλειά οποιουδήποτε για να κάνει την ανάγκη του, για να διασύρει ανθρώπους ως πράκτορες, ως μισθωτούς πρεσβειών και μισθοφόρους, ως… υπαιτίους θανατηφόρων δυστυχημάτων, εσχάτως έως και βιαστές ανηλίκων, δεν τρέχει τίποτα. Και αντί οι δημοσιογράφοι να εξεγείρονται για αυτό, το υπερασπίζονται ως ελευθερία έκφρασης και προβάλλουν τη νομιμότητα ως την απειλή.
Κανείς από τους εκπροσώπους μας δεν ένιωσε την ίδια ανάγκη να υπερασπιστεί ούτε εμάς, που θα μπορούσαμε να είχαμε γίνει και εμείς όλοι, αβλαβούς διελεύσεως δημοσιογράφοι αλλά δεν το πράξαμε, ούτε τα πολιτικά πρόσωπα, ούτε τη Δικαιοσύνη, ούτε κανέναν, επειδή ο κάθε άρρωστος, ο κάθε γραφικός, τοξικός, κακόπιστος ή υποκινούμενος από άλλους δίκαζε και καταδίκαζε.
Ολόκληρο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο «ισοπεδώθηκε» και οκτώ εφέτες παρουσιάστηκαν ως κοινοί απατεώνες και διαπλεκόμενοι επειδή τόλμησαν να αγγίξουν τον λαϊκισμό και την ανεπάρκεια του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και την πελατειακή του σχέση με τα ΜΜΕ, τεκμηριώνοντας και την τελευταία λέξη που είχαν γράψει.
Ο Κώστας Κλεάνθους είναι λογικό να σοκάρεται, διότι ο άνθρωπος δεν είχε σχέση με τον χώρο ούτε παρακολουθούσε τη ζούγκλα που είχε αφεθεί να απλωθεί παντού στο όνομα της «ελευθερίας της έκφρασης», η οποία ήταν και παραμένει, σε αυτή την περίπτωση, ο άνομος φερετζές άλλων καταστάσεων. Από τις σκοτεινά πολιτικές μέχρι και τις καθαρά ψυχιατρικές. Είμαι βέβαιος πως, εάν γνώριζε, δεν θα την είχε πατήσει.
Αλλά ακόμη και για εκείνον, ακόμη και κάτω από την είδηση με την παρέμβασή του για τις αλλοπρόσαλλες χυδαιότητες μιας ανισόρροπης περίπτωσης, φιγουράρει (και) το σχόλιο ενός ανώνυμου, ο οποίος του φωνάζει: και πού ξέρεις εσύ τι είναι συκοφαντία και τι όχι;
Μα καταλάβατε; (!..)
Αν όχι, τότε σκεφτείτε τι έχουμε αφήσει να περάσει ως «ελευθερία της έκφρασης». Η ασυδοσία, η συκοφαντία, η βία του λόγου, η δολοφονία προσωπικοτήτων και τελικά — διότι αυτό είναι που έχει σημασία — η επιβολή όλων όσων φέρνουν μαζί τους τα απόνερα που κοντεύουν να μας πνίξουν όλους, με την επέλαση των λαϊκιστών και των καραγκιόζηδων όλων των ειδών, μέσω της οποίας ορίζεται πια ακόμη και ο δημόσιος βίος και το αύριο της χώρας.
«Όσοι βλέπουν, οφείλουν να μιλούν. Και όσοι σιωπούν, ας γνωρίζουν ότι παίρνουν θέση».
Έτσι. Όποιος θέλει να είναι απλώς παρατηρητής, δεν έχει θέση ούτε στον δημόσιο βίο, ούτε στη δημοσιογραφία, ούτε και στην πολιτική. Μπορούν να κάτσουν σπίτι τους.
Όποιος θέλει να παρεμβαίνει ή, έτι χειρότερα, να έχει δημόσιο αξίωμα και να πληρώνεται από τους φόρους των άλλων, είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί τη σοφή ρήση για τα μεταξωτά βρακιά και το τι χρειάζονται.
Και είναι καιρός η ασυδοσία να σταματήσει και ο νόμος να έχει πρόσβαση παντού.
Όταν ακόμα και οι εκδότες και οι μέτοχοι των ΜΜΕ αναγκάζονται να βγαίνουν δημόσια και να καταγγέλλουν πράγματα τα οποία θα έπρεπε να τα είχαν άλλοι σταματήσει πολύ πριν αναγκαστούν εκείνοι να το πράξουν, τότε κάτι πάει λάθος.
Πολύ λάθος.