Όταν φθάνουμε κοντά στο διά ταύτα, στην παραμονή ενδεχόμενων εξελίξεων στο Κυπριακό, ξεκινά από τους γνωστούς κύκλους της προσαρμογής, το ίδιο παραμύθι. «Ο καλός Έρχιουρμαν ( σ.σ. παλαιότερα ήταν ο Ερντογάν) και ο κακός- στην προκειμένη περίπτωση Χριστοδουλίδης».
Σύμφωνα με το αφήγημα των προσαρμοστικών, η τουρκική πλευρά είναι αυτή που θέλει λύση και η ελληνοκυπριακή τουμπάρει τις πρωτοβουλίες! Θέλει, λένε, η κατοχική πλευρά λύση και το… απέδειξε. Ασχέτως εάν 52 χρόνια δεν συζήτησε ποτέ τρόπους άρσης της κατοχής. Ως γνωστό, επιμένει στην παραμονή κατοχικών στρατευμάτων και στη διατήρηση του αναχρονιστικού, ξεπερασμένου, συστήματος των εγγυήσεων, καθώς έτσι θεωρεί πως θα παραμείνει εσαεί στο νησί. Μήπως, τελικά, μόνο εμείς ακούμε τι λέει, σχεδόν καθημερινά, η κατοχική δύναμη; Αυτοί, οι προσαρμοστικοί, δεν ακούνε;
Ο Τουφάν Έρχιουρμαν, ο οποίος δεν κάνει βήμα χωρίς να ρωτήσει την Τουρκία, πήρε, ως γνωστό, το «διαβατήριο» για να καταστεί ο νέος εγκάθετος, καθώς από νωρίς απέφευγε αναφορές στη μορφή της λύσης. Κάτι άλλο περιγράφει δημόσια, που μάλλον σε συνομοσπονδία παραπέμπει.
Κι όμως, δίνεται άλλοθι στον εγκάθετο της Άγκυρας και στρέφονται πιεστικά προς τη Λευκωσία, θέτοντας διάφορα ζητήματα. Το έργο αυτό το έχουμε ξαναδεί. Στόχος να πιεσθεί η ελληνική πλευρά για να προβεί σε υποχωρήσεις. Εκφράζουν φόβους για την πορεία της νέας προσπάθειας. Και που οφείλονται οι φόβοι αυτοί; Όχι δεν ανησυχούν ότι θα τουμπάρει τη διαδικασία η πλευρά, που θέτει τους όρους και τις προϋποθέσεις. Ανησυχούν επειδή η ελληνική πλευρά, που επιμένει στο πλαίσιο του ΟΗΕ και αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, δεν προβαίνει σε μονομερείς κινήσεις ενθάρρυνσης της κατοχικής δύναμης. Για να ενισχύσουν τη θεωρία τους, προτάσσουν το γεγονός ότι στα κατεχόμενα υπάρχει οικιστική κι άλλη ανάπτυξη και πως δεν μπορούμε πλέον να διεκδικούμε, για παράδειγμα, περιουσίες και επιστροφή, γιατί υπάρχουν τετελεσμένα. Για να μην χαλάσει η… ανάπτυξη!
Επικαλούνται το γεγονός ότι η κατοχική Τουρκία αποδέχθηκε το αλήστου μνήμης σχέδιο Ανάν και ότι το απέρριψαν οι Ελληνοκύπριοι. Δεν είχαν, βέβαια, λόγο οι Τούρκοι να μην το αποδεχθούν, καθώς ικανοποιούνταν οι επιδιώξεις τους. Θα ήταν παρόντες και με ρόλο, έλεγχο στην Κύπρο, και μετά τη συμφωνία. Το αποδέχθηκαν επειδή δεν τερματιζόταν η παρουσία τους στο νησί. Η ελληνική πλευρά δικαιολογείτο να το απορρίψει, καθώς το σχέδιο στηρίχθηκε στην ανάγκη, μέσα από μια συμφωνία, να ικανοποιηθούν οι γεωπολιτικές επιδιώξεις της Τουρκίας και της Βρετανίας. Περαιτέρω, το σχέδιο προέβλεπε ένα μοντέλο περίπλοκο, δυσλειτουργικό και με σοβαρά ελλείματα δημοκρατίας.
Όταν υπάρχουν εξελίξεις θυμούνται τον Σπύρο Κυπριανού, τον Τάσσο Παπαδόπουλο και ταυτίζουν τον Νίκο Χριστοδουλίδη μαζί τους. Περίπου βλέπουν μια συνέχεια στο μέτωπο του… απορριπτισμού. Πρόκειται για την εύκολη, επιδερμική, ισοπεδωτική προσέγγιση των προσαρμοστικών. Ξεχνούν ότι και οι εκφραστές του λεγόμενου ρεαλισμού, όπως ο Κληρίδης, ο Βασιλείου, ο Χριστόφιας και ο Αναστασιάδης δεν έλυσαν το Κυπριακό. Δεν το έλυσαν για τον ίδιο λόγο για τον οποίο δεν το έπραξαν ούτε οι άλλοι Πρόεδροι. Δεν το έλυσαν, επειδή τη συμφωνία εμπόδιζε και την εμποδίζει η κατοχική πλευρά. Αυτοί, της λεγόμενης σχολής του ρεαλισμού, όταν κάθισαν στη θέση του διαπραγματευτή, απέναντι στον εγκάθετο της κατοχικής δύναμης, αντιλήφθηκαν ποιος παρεμπόδιζε την επίτευξη συμφωνίας. Αντιλήφθηκαν πως για να υπάρξει «λύση», έπρεπε να ικανοποιηθούν όλες οι απαιτήσεις της κατοχικής δύναμης. Δεν ήταν συμβιβασμό που αξίωνε η κατοχική δύναμη, αλλά παράδοση.
Η λογική πως θα πρέπει να ταΐζουμε συνεχώς το θηρίο για να είναι ήρεμο και να συνεργασθεί δοκιμάσθηκε και απέτυχε. Τάισε- τάισε το θηρίο, ανοίγει την όρεξη τους, ζητώντας κι άλλα. Είναι σαφές πως, λόγω της έλλειψης πολιτικής πρότασης, επιμένουν σε μια αδιέξοδη πορεία προσαρμογής στα κατοχικά δεδομένα.