Όταν η Μαρία Άνχελα Ολγκίν καλεί τους Κυπρίους «να σχεδιάσουν από κοινού ένα κοινό μέλλον ευημερίας και ασφάλειας, το οποίο θα διαφυλάσσει και θα σέβεται τα συμφέροντα και τα δικαιώματά τους», πρέπει να διευκρινίσει και μερικά ζητήματα για να τους βοηθήσει: Ποιοι Κύπριοι θα το σχεδιάσουν το μέλλον; Ποια συμφέροντα και δικαιώματα θα σέβεται αυτό το μέλλον; Όλων ή μόνο όσων τα συμφέροντα και δικαιώματα υπερασπίζεται η Τουρκία;

Διότι αυτές τις μέρες είχαμε έναν καταιγισμό δηλώσεων από την κατοχική πλευρά του κοινού μέλλοντος, που δίνουν την εντύπωση ότι οι μόνοι Κύπριοι που πρέπει να αντιμετωπίσουν «με σοφία, ενσυναίσθηση και γενναιοδωρία», όπως μας συμβουλεύει, «το βάρος της ιστορίας», είναι οι Ελληνοκύπριοι. Οι οποίοι στην πραγματικότητα, καλούνται να δείξουν σοφία, ενσυναίσθηση και γενναιοδωρία προς την άλλη πλευρά, χωρίς να βλέπουν και χωρίς να δικαιούνται καμιά απολύτως ανταπόκριση από την άλλη πλευρά.

Αυτοί που διοικούν εκ μέρους της Άγκυρας την «τδβκ» (Ουστέλ, Ερτουγρούλογλου κ.α.) και με τους οποίους καλούνται οι Ελληνοκύπριοι να σχεδιάσουν μαζί κοινό μέλλον ευημερίας και ασφάλειας, ξεκαθαρίζουν τις τελευταίες μέρες πιο έντονα, τι θέλουν και τι επιδιώκουν. Και αυτά που ακούμε δεν έχει σχέση με κοινό μέλλον ή με ενσυναίσθηση και άλλες σοφίες. Από διάφορους είχαμε προχτές απολύτως καθαρά μηνύματα, αλλά με προεξάρχοντα τον «πρωθυπουργό» του ψευδοκράτους, Ουνάλ Ουστέλ. Τι μας λένε, λοιπόν, αυτοί με τους οποίους όχι μόνο θα σχεδιάσουμε το κοινό μας μέλλον, αλλά θα το ζήσουμε κιόλας. Ιδού:

 «Για εμάς, μετά το 2020, το δεφτέρι της ομοσπονδίας έχει κλείσει. Πλέον, για εμάς, στο νησί μπορεί να υπάρξει λύση στη βάση των δύο κρατών».

«Έχουμε μία κόκκινη γραμμή. Η εγγυήτρια χώρα είναι η Τουρκία. Δεν υπογράφουμε και δεν πρόκειται να υπογράψουμε καμία συμφωνία που δεν περιλαμβάνει την αποτελεσματική και έμπρακτη εγγύηση της Τουρκίας».

«Δεν παραχωρούμε στους Ελληνοκυπρίους ούτε ένα χαλίκι έξω από τα σύνορά μας. Δεν παραχωρούμε εδάφη, δεν απεμπολούμε την πατρίδα μας, ούτε εγκαταλείπουμε το κράτος ή τη σημαία μας».

Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια. Αλλά αυτά είναι αρκετά για να διερωτηθεί και ο πιο αργόστροφος, αν έχουν κάποιο κίνητρο οι Ελληνοκύπριοι να προσφέρουν με ενσυναίσθηση την νομιμοποίηση που ζητούν οι Τουρκοκύπριοι, την άρση της απομόνωσης, την αναγνώριση, τη διεθνή εκπροσώπηση, το απευθείας εμπόριο, τις απευθείας πτήσεις, την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση, την «κυριαρχική ισότητα», το ισότιμο διεθνές καθεστώς και ό,τι άλλο χρειάζονται για να πάψουν να είναι παρίες σε ένα νησί όπου θα μπορούσαν να είναι άρχοντες.

Εάν το κοινό μέλλον θα είναι τα δύο κράτη, η εγγύηση και ο στρατός της Τουρκίας και ούτε «ένα χαλίκι» επιστροφή εδαφών στους Ελληνοκύπριους, τι στο καλό θα σχεδιάσουμε «από κοινού»; Το μέλλον της «τδβκ»; Το μέλλον των αυθαίρετων συμφερόντων της Τουρκίας πάνω στην πατρίδα μας;

Αυτό είναι που μας ζητείται στην πραγματικότητα. Να συμφωνήσουμε στην νομιμοποίηση των κατοχικών τετελεσμένων, να παραδώσουμε την Κύπρο στην Τουρκία, όλη την Κύπρο, αλλά χωρίς να διασφαλίζεται για την ε/κ πλευρά κανένα όφελος σε αυτή την υποτιθέμενη win win δευθέτηση.

«Η εμπιστοσύνη μπορεί να επικρατήσει, εφόσον και οι δύο πλευρές ενώσουν τη σκέψη και τις πράξεις τους, ώστε να επιλύσουν οριστικά τις διαφορές και τις διαφωνίες τους», λέει η Ολγκίν. Τι κουτουράδες ακούμε πλέον! Θα ενώσουμε τη σκέψη και τις πράξεις μας με τον Ουστέλ και τον Ερτουγρούλογλου. Και με τον Ερντογάν ακόμα! Για να σκεφτούμε μαζί ότι τα εδάφη που άρπαξαν δολοφονώντας, βασανίζοντας, βιάζοντας και προσφυγοποιώντας Ελληνοκύπριους είναι δικά τους και δεν πρόκειται να παραχωρήσουν ούτε ένα χαλίκι από την πατρίδα τους;

Μπορεί να μας πει ένας –ας είναι και ένας από τους Ελληνοκύπριους που φόρεσαν αυτοβούλως το φέσι τους για να μην τους το φορέσουν με το ζόρι– τι έχουν να κερδίσουν οι Ελληνοκύπριοι αν δεχτούν να νομιμοποιήσουν την κατοχή; Και μην μας πουν ότι θα κερδίσουν τη λύση επιτέλους, διότι ούτε αυτό θα κερδίσουν ας μην κοροϊδευόμαστε.