Στις 13 Μαρτίου 2001, η ζωή του Στάλε Σόλμπακεν άλλαξε με έναν τρόπο που δύσκολα χωράει σε απλή αφήγηση. Εκείνο το απόγευμα στην προπόνηση της Κοπεγχάγης, ο 33χρονος αρχηγός και διεθνής ποδοσφαιριστής της Νορβηγίας κατέρρευσε ξαφνικά μπροστά στα μάτια των συμπαικτών του. Για λίγα λεπτά που έμοιαζαν αιωνιότητα, η καρδιά του είχε σταματήσει.

Η άμεση αντίδραση του ιατρικού επιτελείου αποδείχθηκε καθοριστική. Καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση, αγώνας δρόμου για τη ζωή και περίπου επτά λεπτά αργότερα, η καρδιά του ξαναχτύπησε. Ο ίδιος δεν θυμάται τίποτα από εκείνη τη στιγμή. Περιγράφει την εμπειρία σαν ένα απόλυτο κενό, σαν να έσβησαν τα πάντα χωρίς προειδοποίηση.

Για την οικογένειά του όμως, η πραγματικότητα ήταν σκληρή και αδυσώπητη. Οι γονείς του έφτασαν εσπευσμένα στη Δανία, με τη μητέρα του να σκέφτεται ακόμη και την προετοιμασία της κηδείας του πριν υπάρξει οποιαδήποτε βεβαιότητα για την έκβαση. Η αγωνία για το αν θα επιβιώσει ή αν θα υπάρξει μόνιμη εγκεφαλική βλάβη σκίαζε τα πάντα.

Όταν τελικά συνήλθε, ο Σόλμπακεν βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα κενό μνήμης και με συνεχείς ερωτήσεις που επαναλάμβανε ξανά και ξανά, σαν να μην μπορούσε να επεξεργαστεί την πραγματικότητα. Οι γιατροί χρειάστηκαν χρόνο για να επιβεβαιώσουν ότι δεν υπήρχε σοβαρή εγκεφαλική βλάβη, όμως η διάγνωση μιας άγνωστης καρδιακής πάθησης σήμανε το οριστικό τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Η τοποθέτηση βηματοδότη ήταν απαραίτητη και η επιστροφή στα γήπεδα απαγορευόταν.

Η απότομη διακοπή της καριέρας του στα 33 του χρόνια ήταν ένα σοκ, όχι μόνο σωματικό αλλά και υπαρξιακό. Ο ίδιος αργότερα θα παραδεχτεί ότι αυτό που τον βάραινε περισσότερο δεν ήταν η συσκευή στο σώμα του, αλλά το τι σήμαινε: το τέλος ενός κόσμου που θεωρούσε δεδομένο.

Με τον καιρό, η εμπειρία αυτή μετατράπηκε σε αφετηρία μιας δεύτερης ζωής. Ο Σόλμπακεν δεν απομακρύνθηκε από το ποδόσφαιρο. Αντίθετα, πέρασε στην προπονητική και κατάφερε να διακριθεί σε κορυφαίο επίπεδο, οδηγώντας την Κοπεγχάγη σε μεγάλες επιτυχίες και πολλαπλά πρωταθλήματα, ενώ αργότερα εργάστηκε και σε άλλους ευρωπαϊκούς συλλόγους. Η πορεία του τον έφερε τελικά στον πάγκο της εθνικής Νορβηγίας, όπου προσπαθεί να αξιοποιήσει μια από τις πιο ταλαντούχες γενιές παικτών της χώρας του.

Η εμπειρία της ανακοπής δεν τον εγκατέλειψε ποτέ εντελώς, αλλά άλλαξε μορφή. Όταν είδε τον Κρίστιαν Έρικσεν να καταρρέει στο Euro, δεν ένιωσε φόβο με τον ίδιο τρόπο που θα περίμενε κανείς. Αντίθετα, περιέγραψε την εμπειρία του με μια σχεδόν ψυχρή διαύγεια, λέγοντας πως εκείνοι που το ζουν χωρίς μνήμη συχνά το επεξεργάζονται πιο εύκολα από εκείνους που το παρακολουθούν.

Σήμερα ζει κανονικά με τον βηματοδότη, αντιμετωπίζοντας το παρελθόν του όχι ως θαύμα αλλά ως τύχη. Τύχη να βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε άμεση ιατρική βοήθεια, άνθρωποι εκπαιδευμένοι και χρόνος αρκετός για να γυρίσει πίσω. Μια συνθήκη που, όπως ο ίδιος τονίζει, δεν έχουν όλοι όσοι βιώνουν καρδιακή ανακοπή.

Κάπου ανάμεσα στην ιατρική πραγματικότητα και στις παλιές θεωρίες για την «ψυχή» και τα 21 γραμμάρια, η ιστορία του Σόλμπακεν δεν χρειάζεται μεταφυσικές εξηγήσεις. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που βρέθηκε για λίγα λεπτά στην άκρη της ύπαρξης και γύρισε πίσω, συνεχίζοντας μια ζωή που δεν ήταν πια η ίδια, αλλά ήταν ζωή.

huffingtonpost.gr