Το ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου σηματοδοτείται από ένα προδιαγεγραμμένο σκηνικό: πληθωρικοί επετειακοί λόγοι, μνημόσυνα πεσόντων, στερεότυπες καταδίκες από κόμματα και οργανωμένα σύνολα. Και βέβαια, μια διάχυτη και ατέρμονη αναζήτηση ευθυνών που ανακυκλώνεται χωρίς ποτέ να ολοκληρώνεται, αναδεικνύει ακόμα πιο έντονα την χρόνια παθογένειά μας.
Την στιγμή μάλιστα που τα γεγονότα της μεγαλύτερης προδοσίας στην ιστορία του νεότερου ελληνισμού εκτυλίχθηκαν τόσο ξεκάθαρα. Κι ας αποκαλύπτεται κάθε χρόνο ένα υπόγειο παρασκήνιο με διαρροή μυστικών εγγράφων και μαρτυριών.
Συμπληρώνονται φέτος 52 κιόλας χρόνια από την αποφράδα εκείνη μέρα του 1974, τη μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε ο Κυπριακός Ελληνισμός. Το σίγουρο είναι ότι αποτελεί μέγιστη αλήθεια η επισήμανση του αείμνηστου Χρήστου Γιανναρά ότι η κυπριακή τραγωδία δεν ήταν ένα «ατύχημα της ιστορίας», αλλά αποτέλεσμα πολιτικής και εθνικής παρακμής. Ήταν μια ξεκάθαρη προδοσία που συντελέστηκε από πρόσωπα, γεγονότα και μέσα από συγκεκριμένες και στοχευμένες καταστάσεις, με τόσες αδιάψευστες και τεκμηριωμένες μαρτυρίες, ντοκουμέντα, αποτυπώματα. Σαν να μην έφτανε αυτό, η Κύπρος είχε και την ιστορική ατυχία να «κείται μακράν» από το ελλαδικό κέντρο οδηγούμενη αναπόδραστα στο μοιραίο…
Κι όμως, παρά το πέρασμα μισού και πλέον αιώνα, τις εξεταστικές επιτροπές, τους όγκους εγγράφων και φακέλων, στο τοπίο της ιστορικής πραγματικότητας ψάχνουμε ακόμα αλήθειες και πολλές φορές αφήνεται να είναι κι αυτό θολό και εγκλωβισμένο σε λογής σκοπιμότητες. Συλλαμβανόμαστε μάλιστα να αγνοούμε ότι η Ιστορία, ποτέ δεν διαπραγματεύεται την αλήθεια. Είναι αμείλικτη στην καταγραφή γεγονότων.
Το δίδυμο έγκλημα – το προδοτικό πραξικόπημα και η βάρβαρη τουρκική εισβολή – έχει συγκεκριμένους πρωταγωνιστές, ονόματα και υπαίτιους. Συντηρεί ακόμα μια ανοικτή πληγή η έλλειψη θαρραλέας ανάληψης ευθυνών από όσους θα μπορούσαν να το τολμήσουν όλα αυτά τα χρόνια. Η απόδοση δικαιοσύνης, όλο αυτό το διάστημα αποτελούσε και αποτελεί χρέος απέναντι σε όσους χάθηκαν, στους πρόσφυγες, τους αγνοούμενους, στη δυνατότητα ν’ ατενίζουμε κατάματα και χωρίς ενοχές τον πληγωμένο Πενταδάκτυλο.
Το κρίσιμο διακύβευμα, 52 χρόνια μετά, δεν είναι σίγουρα η απλή συντήρηση μιας παθητικής και εν πολλοίς μοιρολατρικής μνήμης. Το μεγάλο ζητούμενο είναι η μετατροπή της σε ζωντανή ιστορική συνείδηση. Και κυρίως, αν μη τι άλλο, οφείλουμε να διδαχθούμε πραγματικά από τα λάθη, το διχασμό και τις ψευδαισθήσεις του παρελθόντος. Μόνο αν μπορούσαμε ν’ αντικρίσουμε το 1974 με ειλικρίνεια και ρεαλισμό, μπορούμε να μετατρέψουμε το τραύμα σε πυξίδα. Μόνο τότε θα δίναμε κάποιο νόημα στην 20η Ιουλίου.