Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Πόσο άδικο είναι να γνωρίζουμε έναν άνθρωπο κυρίως από τον τρόπο που πέθανε.

Για τον Δώρο Λοΐζου γνωρίζουμε το τέλος.

30 Αυγούστου 1974. Τριάντα χρονών.

Μια ριπή. Μια δολοφονία. Μια ζωή που σταμάτησε και, από εκείνη τη στιγμή, ένας άνθρωπος που άρχισε να μετατρέπεται σε σύμβολο.

Πενήντα δύο χρόνια μετά, εξακολουθούμε να μιλάμε για τον αγωνιστή, τον πολιτικό, τον δολοφονημένο Δώρο. Καταθέτουμε στεφάνια, εκφωνούμε λόγους, επαναλαμβάνουμε την Ιστορία.

Αλλά ποιος θυμάται τον άνθρωπο;

Ποιος ήταν ο Δώρος όταν έκλεινε το βιβλίο, όταν έμενε μόνος με τον εαυτό του, όταν έπιανε την κιθάρα του; Τι τον έκανε να γελά; Τι φοβόταν; Ποια ζωή φανταζόταν ότι είχε ακόμη μπροστά του;

Ήταν μόλις τριάντα.

Μια ηλικία στην οποία σήμερα θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι όλα είναι ακόμη μπροστά. Έρωτες, ταξίδια, λάθη, δεύτερες ευκαιρίες. Χρόνος για να αλλάξεις γνώμη. Χρόνος για να αποτύχεις. Χρόνος για να ξαναρχίσεις.

Αυτόν τον χρόνο δεν τον είχε.

Είχε όμως προλάβει να γράψει.

Και ίσως εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, να βρίσκεται ο Δώρος που χάσαμε πίσω από το σύμβολο.

Η ποίησή του δεν ήταν ήσυχη. Δεν ήθελε να είναι. Στο «Τα παρεξηγήσατε» αρνείται μια ποίηση ακίνδυνη, αποστειρωμένη από την κοινωνία. Για εκείνον ο ποιητής δεν μπορούσε να παρακολουθεί τον κόσμο από απόσταση. Έπρεπε να μπαίνει μέσα του. Να παίρνει θέση. Να ενοχλεί.

Αλλά αυτός δεν ήταν ολόκληρος ο Δώρος.

Η αδελφή του, Αθηνά Λοΐζου Λυμπουρή, έχει πει ότι η ζωή του ήταν «η ποίηση και το τραγούδι». Άκουγε Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, αλλά και Τσαϊκόφσκι, Βιβάλντι, Μότσαρτ, Lennon και Beatles. Έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε με φίλους. Ο ίδιος άνθρωπος που έγραφε για αγώνα, επανάσταση και ελευθερία μπορούσε να γράψει για γιασεμιά, μέλισσες και δροσοσταλίδες.

Και ίσως τελικά αυτά να μην ήταν ποτέ δύο διαφορετικές πλευρές του.

Γιατί για ποια ελευθερία αξίζει να αγωνίζεται κανείς, αν όχι για την ελευθερία να ζήσει;

Να αγαπήσει. Να δημιουργήσει. Να γεράσει. Να αλλάξει. Να ξυπνήσει ένα πρωί χωρίς να χρειάζεται να είναι ήρωας.

Αυτό είναι που του στερήθηκε.

Υπάρχει κάτι σχεδόν σκληρό στον τρόπο που η Ιστορία συμπεριφέρεται σε όσους φεύγουν νέοι. Τους παγώνει. Δεν τους επιτρέπει να αποκτήσουν ρυτίδες, να απογοητεύσουν όσους τους εξιδανίκευσαν, να αναθεωρήσουν όσα πίστευαν στα τριάντα τους.

Ο Δώρος έμεινε για πάντα τριάντα.

Δεν ξέρουμε ποιος θα ήταν σήμερα, στα ογδόντα δύο του. Τι θα πίστευε, τι θα απέρριπτε, για ποια πράγματα θα εξακολουθούσε να αγωνίζεται και για ποια ίσως θα είχε αλλάξει γνώμη. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν έχουμε δικαίωμα να βάζουμε στο στόμα του τις δικές μας σημερινές αλήθειες.

Έχουμε όμως κάτι δικό του.

Τις λέξεις του.

Και ανάμεσά τους υπάρχει το «Βγήκα νωρίς».

Ένα ποίημα που δύσκολα διαβάζεται σήμερα χωρίς ένα σφίξιμο. Γιατί γνωρίζεις κάτι που εκείνος, όταν το έγραφε, δεν μπορούσε να γνωρίζει.

Γνωρίζεις πόσο νωρίς θα έφευγε.

Και φτάνεις στους τελευταίους στίχους:

«Ναι, βγήκα νωρίς
–το ξέρω–
μα δεν το μετανιώνω».

Και για μια στιγμή παύει να υπάρχει ο ήρωας.

Υπάρχει μόνο ένας νέος άνθρωπος που αγαπούσε τόσο πολύ τη ζωή, ώστε σηκώθηκε νωρίς για να την προλάβει.

Τελικά, ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αδικία απέναντι στον Δώρο: ότι μιλήσαμε τόσο πολύ για τον θάνατό του, ώστε ξεχάσαμε να γνωρίσουμε τη ζωή του.

Πενήντα δύο χρόνια μετά, δεν χρειάζεται ακόμη έναν μεγάλο λόγο. Χρειάζεται να ανοίξουμε τις σελίδες που άφησε πίσω. Να τον διαβάσουμε.

Γιατί ο Δώρος που δολοφονήθηκε ανήκει στην Ιστορία.

Ο Δώρος που ήθελε να ζήσει, όμως, έχει ακόμη κάτι να μας πει.