Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤο «πάταξον μεν, άκουσον δε» δεν επέζησε τυχαία στους αιώνες, από τότε που το είπε ο Θεμιστοκλής στον Ευρυβιάδη, λίγο πριν από τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Δεν είναι απλώς μια ρήση.
Σ’ αυτές τις τέσσερις λέξεις κρύβεται η απόσταση που χωρίζει τον πολιτισμένο άνθρωπο από εκείνον που, είτε φαίνεται είτε όχι, έχει μείνει στις σπηλιές. Εκείνον που επιλέγει —ή απλώς καταδέχεται— να γίνει ένα με τον όχλο.
Στις μέρες μας, το να ακούς έχει γίνει πολυτέλεια. Η δε ζημιά που προκαλείται και συνεχώς μεγαλώνει είναι πλέον πασιφανής. Η επικράτηση του ενστίκτου επί της λογικής δεν είναι απλώς μια μόδα της εποχής μας. Έχει καταγραφεί αμέτρητες φορές στην Ιστορία και το αποτέλεσμα ήταν πάντοτε το ίδιο.
Η περίπτωση Αναστασιάδη είναι ίσως η χαρακτηριστικότερη των τελευταίων χρόνων. Ο τέως Πρόεδρος έθεσε, πριν και μετά τη δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων της έρευνας, σειρά ερωτημάτων για κρίσιμες πτυχές της διαδικασίας με την οποία η Αρχή κατά της Διαφθοράς κατέληξε στις εισηγήσεις της.
Της καταλογίζει ότι υπερέβη τον ερευνητικό της ρόλο, διατυπώνοντας κρίσεις οι οποίες, κατά τον ίδιο, προσιδιάζουν σε δικαστική απόφαση. Υποστηρίζει ότι του απέδωσε ενδεχόμενες ευθύνες στη βάση ισχυρισμών και στοιχείων για τα οποία δεν κλήθηκε ποτέ να τοποθετηθεί.
Έθεσε, επίσης, ερωτήματα για την προηγούμενη επαγγελματική συνύπαρξη της επικεφαλής των ερευνητών με τη δικηγόρο του καταγγείλαντος — σχέση για την οποία η Αρχή υποστηρίζει ότι δεν συνιστούσε σύγκρουση συμφερόντων. Το μόνο βέβαιο, όμως, είναι ότι η σχέση αυτή δεν είχε γίνει γνωστή εξαρχής ούτε θα γινόταν ποτέ, εάν δεν αποκαλυπτόταν δημοσίως.
Το να υιοθετήσει κανείς αλόγιστα τις θέσεις του θα ήταν εξίσου ανεύθυνο και κοινωνικά επιβλαβές με όσα περιέγραψα προηγουμένως. Δεν είμαστε δικαστές. Όπως δεν είμαστε εδώ για να καταδικάζουμε, δεν είμαστε εδώ ούτε για να αθωώνουμε.
Είμαστε εδώ για να ακούμε και να κρίνουμε, αφού πρώτα σκεφτούμε. Και έχουμε όρια.
Ο τέως Πρόεδρος δεν είναι βλάκας. Ο συγκεκριμένος, κάθε άλλο. Όταν υποστηρίζει ότι κατά την τετραήμερη κατάθεσή του δεν του τέθηκαν οι ισχυρισμοί και τα στοιχεία πάνω στα οποία στηρίχθηκαν οι επτά εισηγήσεις, εγείρει ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα.
Η δημόσια ανακοίνωση της Αρχής επιβεβαιώνει ότι τηρήθηκαν πλήρη πρακτικά· δεν απαντά, όμως, ειδικά σε αυτόν τον ισχυρισμό. Γιατί;
Και μέχρι να απαντηθεί, το ερώτημα αυτό επιβάλλεται να απασχολεί τον καθένα μας — είτε γουστάρει τον Αναστασιάδη είτε όχι.
Διότι, εάν πράγματι δεν ακούστηκε για όσα τελικά του καταλογίστηκαν, τότε προκύπτει το κρισιμότερο από όλα τα ζητήματα που αγγίζει το σημερινό κείμενο: πώς μπορείς να καταδικάζεις έναν άνθρωπο για κάτι για το οποίο δεν του επέτρεψες προηγουμένως να απαντήσει;
Το θέμα δεν είναι ο Αναστασιάδης. Είναι το πού επιλέγει να σταθεί κανείς. Εάν επιλέξει να σταθεί στη θέση που υπαγορεύουν οι κανόνες και τα όρια μιας πολιτισμένης κοινωνίας, το δίχως άλλο, ο όχλος που μαζεύεται και μεγαλώνει μέσα από τα social media και άλλως πως θα τον πετροβολήσει με τις προκάτ κατηγορίες που επιστρατεύονται εναντίον όσων εκφράζουν μη δημοφιλείς απόψεις.
Ειδικά με εκείνη του «πληρωμένου», εάν πρόκειται για δημοσιογράφο.
Γι’ αυτό και ο κόσμος δεν μετέχει πια στον δημόσιο διάλογο, γεγονός που, με τη σειρά του, οδηγεί στον εκφασισμό που καταγράφεται στις μέρες μας. Το πρωτόγονο κομμάτι της κοινωνίας, εκείνο που βασίζεται στο ένστικτο επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να σκεφτεί, άγεται και φέρεται ακόμη και από αστοιχείωτα κοπελλούθκια και, μάλιστα, υπερηφανεύεται γι’ αυτό, σαν να πρόκειται για κατόρθωμα.
Αλίμονο στην κοινωνία που συμβιβάζεται με αυτό και με την έλλειψη απαντήσεων εκεί όπου κάποιος —ο οποιοσδήποτε— στερείται το δικαίωμα να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
Ο κόσμος που απέχει έχει κάθε δικαίωμα να παραμένει αμέτοχος μπροστά στη βαρβαρότητα. Εμείς δεν το έχουμε. Όχι επειδή για τους πλείστους από εμάς ισχύει η ρήση με τον βρεγμένο και τη βροχή, αλλά επειδή απλά έτσι πρέπει.