Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Έγραψα χθες για την περίοδο που εργάστηκα στο Λονδίνο και για κάποιους συμπατριώτες της κυπριακής παροικίας της Αγγλίας, που τους συναντούσα σχεδόν κάθε Κυριακή πρωϊ για ζεστή σοκολάτα στο «Coffee Republic», την αγαπημένη μου καφετέρια της γειτονιάς, δίπλα στο μεγάλο βιβλιοπωλείο, πάνω στον αυτοκινητόδρομο High Road Finchley. 

Εκείνη την Κυριακή πήγα νωρίτερα από αυτούς και μπαίνοντας στην καφετέρια, πέρασα δίπλα από τον ρακένδυτο άνδρα. Καθόταν στο πεζοδρόμιο με τη ράχη του να ακουμπά στον τοίχο του διπλανού καταστήματος και χαμογελούσε πλατιά στους περαστικούς. Μπροστά του είχε απλωμένα κάμποσα φτηνά υλικά – νάιλον σακούλες, μικρά πλαστικά δοχεία γεμάτα νερομπογιές και πολλά χρωματιστά μολύβια. Οι μοναδικές στιγμές που σοβάρευε το πρόσωπό του, ήταν όταν έσκυβε εντατικά και με απρόβλεπτη προσήλωση, πάνω από ένα μεγάλο τετράδιο ιχνογραφίας. 

Κοντοστάθηκα και κοίταξα καλύτερα: Ζωγράφιζε ένα μεγάλο, χρυσαφένιο ήλιο. Ψιλόβρεχε και ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και σκοτεινός, αλλά ο μαύρος άντρας που προφανώς ήταν άστεγος και κοιμόταν στον δρόμο, τον έβλεπε ηλιόλουστο. Έσπευσα σε ένα από τα άδεια τραπέζια κοντά στην τζαμαρία για να μπορώ να τον παρακολουθώ και παράγγειλα τη ζεστή μου σοκολάτα. Ήρθαν στο μεταξύ οι φίλοι μου, παράγγειλαν κι εκείνοι τους καφέδες τους και πιάσαμε φυσικά την κουβέντα, με επίκεντρο όπως πάντα την Κύπρο και την πολιτική της κατάσταση, αλλά συνέχισα να κοιτάζω με την άκρη του ματιού, τον επιμελή ζωγράφο του δρόμου και τα τεκταινόμενα γύρω του.

Οι άνθρωποι που βγήκαν για τα ψώνια και τις βόλτες της Κυριακής, τον προσπερνούσαν βιαστικά και κάποιοι μόλις που του έριχναν μια ματιά, συνοφρυωμένοι σαν τον λονδρέζικο καιρό. Μερικοί, όμως, ανταποκρίνονταν στο γέλιο του και του χαμογελούσαν πίσω – η ηρεμία και η χαλαρότητα του, είχαν μιαν απίθανη μεταδοτικότητα και τα κλειστά πρόσωπα άνοιγαν, μόλις το βλέμμα τους έπεφτε πάνω του. Αυτοί συνήθως του άφηναν κάποια ψιλά, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι όλα αυτά τα έκανε για να ζητιανέψει χρήματα. Πρόσεξα ότι στα παιδιά ασκούσε μια ακαταμάχητη σαγήνη. Σταματούσαν και τον έπιαναν κουβέντα, μελετούσαν τις ζωγραφιές του, μερικά πήραν χρώματα και επεξεργάστηκαν μαζί του κάποιο σχέδιο. Μια παρέα αγοριών 9-10 χρόνων χασομέρησαν περισσότερο και του έκαναν παρέα για τουλάχιστον μισή ώρα. Έφυγαν αφού χάρισε στο καθένα από αυτά, μια κόλλα γεμάτη πολύχρωμη φύση και ηλιόλουστα τοπία.

Αποχαιρέτισα τους φίλους μου και περπάτησα έξω στη γκρίζα μέρα. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό και… είχα την εντύπωση ότι έλαμπε από πάνω μου ο υπέροχος ήλιος που είχα δει λίγο πριν, σε εκείνο το τσαλακωμένο, ανεμοδαρμένο τετράδιο ιχνογραφίας…