Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Οι σχεδόν καθημερινές δηλώσεις αξιωματούχων της ΕΚΤ για το πόσο θα αυξήσει ή πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ μοιάζουν περισσότερο με χρησμούς της Πυθίας. Αύξηση 0,50% ή 0,75% είναι το αγαπημένο θέμα για δηλώσεις Ευρωπαίων κεντρικών τραπεζιτών ή οικονομολόγων. Για παράδειγμα, την περασμένη εβδομάδα υπήρχαν οι εξής χαρακτηριστικές δηλώσεις: Ο Ρόμπερτ Χολτσμαν, επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, υποστήριξε ότι μια τρίτη διαδοχική αύξηση του επιτοκίου καταθέσεων κατά 0,75 ποσοστιαίες μονάδες θα γίνει στην επόμενη συνεδρίαση καθορισμού των επιτοκίων στα μέσα Δεκεμβρίου. Μια μέρα πριν, ο επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας, Φίλιπ Λέιν, ανέφερε ότι η επόμενη αύξηση των επιτοκίων θα είναι μικρότερη από τις αυξήσεις-ρεκόρ των 75 μονάδων βάσης που αποφασίστηκαν στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις της ΕΚΤ, αλλά δεν θα είναι η τελευταία. Δυο μέρες αργότερα, ο επικεφαλής της λιθουανικής κεντρικής τράπεζας στη Βιέννη δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια τουλάχιστον κατά μισή ποσοστιαία μονάδα τον Δεκέμβριο αλλά και οι 75 μονάδες βάσης είναι επίσης πιθανές.

Όσοι διαβάζουν και παρακολουθούν το μέγα θέμα των επιτοκίων, που στοχεύει στη μείωση του πληθωρισμού, θα διαπιστώσει ότι μπορεί σε μια μέρα να υπάρχουν δυο ή τρεις δηλώσεις προερχόμενες από στελέχη που σχετίζονται με την ΕΚΤ. Χώρια τα δημοσιεύματα από μεγάλα διεθνή πρακτορεία, που επικαλούνται ανώνυμες πηγές, οι οποίες όμως πάντα γνωρίζουν πολύ καλά το θέμα και εκφράζουν απόψεις για τα επιτόκια. Τελικά, όλοι θέλουν λίγα λεπτά δημοσιότητας, για να μιλήσουν για το επίκαιρο θέμα, έστω και αν οι γνώμες διίστανται. Η ομόνοια και η ενότητα των μελών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας φαίνεται ότι δοκιμάζεται, με τις διαφωνίες να πληθαίνουν ολοένα και περισσότερο, ενόσω ο πληθωρισμός επιμένει, η ενεργειακή κρίση βαθαίνει και η οικονομία διολισθαίνει σε ύφεση. Στις 30 Νοεμβρίου, η Eurostat θα ανακοινώσει τον μέσο πληθωρισμό της Ευρωζώνης για τον Νοέμβριο και στις 15 Δεκεμβρίου θα συνεδριάσει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Bloomberg, υπάρχουν κυρίως δύο στρατόπεδα. Τα «γεράκια» και τα «περιστέρια». Τα πρώτα δείχνουν αποφασισμένα να επεκτείνουν την πορεία σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής της Ευρωζώνης και το 2023. Από την άλλη πλευρά, τα «περιστέρια» δεν υποστηρίζουν τις επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων, οι οποίες, ναι μεν στοχεύουν στην αναχαίτιση του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα υπονομεύουν το ΑΕΠ και αυξάνουν το κόστος δανεισμού.

Μπορεί οι κεντρικοί τραπεζίτες να βγαίνουν και να μιλάνε για ένα ποσοστό αύξησης, αλλά αυτός ο αριθμός επηρεάζει τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών. Μπορεί να λένε τις σκέψεις τους, οι οποίες έχουν οικονομική υπόσταση, δηλαδή ότι στο τέλος οι οικονομίες μπορούν να οδηγηθούν σε ύφεση, αλλά αυτό μπορεί να οδηγήσει σε λουκέτο επιχειρήσεις, στην ανεργία εργαζόμενους, σε μειώσεις μισθών. Δεν είναι απλά μια θεωρία, είναι η υποβάθμιση του τρόπου ζωής.

Τα κέντρα λήψης αποφάσεων λίγο ενδιαφέρονται αν πέσουν έξω στις προβλέψεις τους, αν το επιχειρείν δοκιμαστεί, αν οι εργαζόμενοι γονατίσουν. Είναι μια καλή ευκαιρία, να μαζεύονται στη Φρανκφούρτη οι κεντρικοί τραπεζίτες των μεγάλων χωρών, να αναπτύσσουν τις θεωρίες τους και να επιβάλλουν τις απόψεις τους. Άλλωστε, ποιος ακούει τις μικρές χώρες, όπως είναι η Κύπρος, όταν η οικονομία της δεν έχει το ίδιο μοντέλο ανάπτυξης με τις χώρες του ευρωπαϊκού βορρά;

Η πολιτική του Κωνσταντίνου Ηροδότου να μείνει έξω από δηλώσεις ως προς το πόσο πρέπει να αυξηθούν τα επιτόκια, 0,50% ή 0,75%, είναι η πιο συνετή υπό τις περιστάσεις. Και επειδή το θέμα των επιτοκίων και του πληθωρισμού ενδιαφέρει όλες τις οικονομίες, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ θα ήταν πολύ χρήσιμο να προχωρούσαν σε μελέτη πόσο χρόνο χρειάζεται κάθε οικονομία της Ευρωζώνης να έχει οφέλη μείωσης του πληθωρισμού από την αύξηση των επιτοκίων. Δεν μπορεί να είναι ο ίδιος για όλες τις οικονομίες. Τόσους οικονομολόγους έχει η ΕΚΤ, περιμένουμε περισσότερη ποιοτική διαφώτιση και πολλές μελέτες για την κάθε χώρα ξεχωριστά.