Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ο ΘΟΚ και η μελαγχολία για τα Κύπρια.

Η εντύπωση που δημιουργήθηκε τον περασμένο Γενάρη πως ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος βαράει το ντέφι κι ο ΘΟΚ χορεύει μπορεί να χαρακτηριστεί και αλγεινή. Κοτζάμ κρατικό θέατρο, με τέτοια ιστορία και επιδραστικότητα στα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας να δέχεται τελεσίγραφα και να ρίχνει τα μούτρα του υποκύπτοντας στις αξιώσεις και υποδείξεις οποιουδήποτε, προκειμένου να πιει το αργολικό νέκταρ; Όσο να ’ναι, χτυπούσε άσχημα.

Για κάποιους, για λόγους αξιοπρέπειας και μόνο, ο οργανισμός έπρεπε να σηκώσει ψηλά το μέτωπο και ν’ αρνηθεί. Το αποτέλεσμα, φυσικά, θα ήταν να λείπει από την πολιτιστική κοσμογονία που προδιαγράφεται τους επόμενους μήνες στην Ελλάδα στο πλαίσιο του ανανεωμένου Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Ο Θεοδωρόπουλος δεν είναι πλέον «διαχειριστής κρίσης», όπως ήταν πέρσι, που κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά μετά την απομάκρυνση του Γιώργου Λούκου και το σύντομο αλλά επεισοδιακό πέρασμα του Γιαν Φαμπρ. Την περασμένη Τρίτη έκανε τα αποκαλυπτήρια του φετινού προγράμματος κάνοντας λόγο για «πραγματική πρεμιέρα» και διαβεβαιώνοντας ότι φέτος είναι μια χρονιά «εγκαινίων».

Περιλαμβάνει 130 εκδηλώσεις για κάθε γούστο και εξαπλώνεται γεωγραφικά από το ιστορικό κέντρο μέχρι τον Πειραιά, την Ελευσίνα και φυσικά την Επίδαυρο, ενώ φιλοξενεί διεθνή ονόματα που προκαλούν δέος: Φολκσμπίνε, Ρομέο Καστελούτσι, Ρόμπερτ Ουίλσον με Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, Ουίλιαμ Κέντριτζ, Γιούλιαν Ρόζεφελντ, Ζυλιέν Γκοσλέν, Μίλο Ράου, Μάρτα Γκόρνιτσκα, Χόφες Σέκτερ, Γιούρι Τεμιρκάνοφ, Γιαν Τιρσέν, Ολιβιέ Πυ κ.π.ά. Πάνω από όλα αυτά όμως, ξεχωρίζει το σαφές όραμα, η εξωστρέφεια, μια εναλλακτική και ταυτόχρονα φιλική προς το κοινό φυσιογνωμία, η συνειδητή απομάκρυνση από τη μιζέρια της λιτότητας, αλλά και μια στερεή πολιτική ταυτότητα.

Πολλά εξηγούνται μετά τη δημοσιοποίηση των προθέσεων του Θεοδωρόπουλου και της φιλοσοφίας του φεστιβάλ για τα όσα οδήγησαν στην «τελεσιγραφική» επιλογή των «Περσών» και του Άρη Μπινιάρη. Τη φετινή Επίδαυρο, όπου εγκαινιάζεται και ο θεσμός του «Λυκείου», διατρέχει η θεματική «Η έλευση του ξένου», ενώ υπάρχει πρόθεση για αναβάθμιση της Μικρής Επιδαύρου. Παράλληλα, στην όλη διοργάνωση επιβάλλεται η έμφαση στη διαφορετικότητα και τη νεανική δημιουργία, το χτίσιμο γεφυρών με την περιφέρεια, η αναφορά στο μεταναστευτικό πρόβλημα. Είτε συμφωνούμε με την «υποχώρηση» του ΘΟΚ είτε όχι, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τη σπουδή του καλλιτεχνικού διευθυντή, σε συνεργασία με τους πέντε του συμβούλους καλλιτεχνικής κατεύθυνσης, να δώσουν νέα πνοή στο φεστιβάλ. Θέτοντας αυστηρά κριτήρια και επιζητώντας τον έλεγχο στη δομή και τη φιλοσοφία.

Από εκεί και πέρα, η ανακοίνωση του προγράμματος προκαλεί μελαγχολία κι ανοίγει για εμάς στην Κύπρο κι ένα άλλο ζήτημα. Εκτός από το να ψάξουμε ημερομηνίες για πτήσεις στην Αθήνα, είναι μια ευκαιρία να αναλογιστούμε τι πάει στραβά με το δικό μας κρατικό φεστιβάλ. Σύμφωνοι, τα μεγέθη είναι πολύ διαφορετικά. Ο προϋπολογισμός του Διεθνούς Φεστιβάλ Κύπρια έχει πέσει κάτω από το μισό εκατομμύριο ευρώ, τη στιγμή που στην Αθήνα αγγίζει τα δέκα εκατομμύρια και φυσικά στην Ελλάδα υπάρχουν υπερπολλαπλάσιες προοπτικές για έσοδα από εισιτήρια και χορηγίες.

Σε μερικές εβδομάδες αναμένεται η ανακοίνωση του προγράμματος για τα Κύπρια κι όλοι κρατούμε υποχρεωτικά μικρό καλάθι, καθώς ισχύει το όπου φτωχός κι η μοίρα του. Εκτός όμως από τη δεδομένη ανάγκη για αύξηση του μπάτζετ, το φεστιβάλ έχει ανάγκη από όραμα, στόχους και στρατηγική. Αλλά κι από μια θεσμική αναβάθμιση που θα μπορούσε να οδηγήσει και στην περίληψη και άλλων διεθνούς χαρακτήρα διοργανώσεων, όπως το Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος και το Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού.

Όλα αυτά βέβαια δεν έχουν να κάνουν με τον εκάστοτε καλλιτεχνικό διευθυντή, αλλά είναι ζήτημα πολιτιστικής πολιτικής. Και το ζητούμενο σε βάθος χρόνου είναι η ισχυροποίηση του κύρους και η ανάδειξη ενός συμπαγούς χαρακτήρα για το κυπριακό φεστιβάλ, ώστε να μπορεί να προσελκύει πιο μεγαλόπνοες και ποιοτικές κυπριακές και διεθνείς παραγωγές.

Φωτογραφία: Romeo Castellucci, «Democracy in America». Photo: Luca del Pia.