Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Οι δηλώσεις του διοικητή της κεντρικής τράπεζας της Σλοβακίας, Πέτερ Κάζιμιρ, σε συνέντευξη Τύπου την προηγούμενη εβδομάδα, ότι στην επόμενη συνεδρίαση του συμβουλίου τα επιτόκια πρέπει να αυξηθούν κατά 0,75%, προκαλούν τρόμο. Όπως τρόμο προκαλούν οι δηλώσεις του ότι «πρέπει να είμαστε αυστηροί, ακόμη και ανελέητοι, ανεξάρτητα από την επικείμενη ύφεση».

Δεν είναι μια, ούτε δυο, ούτε τρεις οι αυξήσεις που πρέπει να γίνουν, αλλά αρκετές, με στόχο να φθάσουν τα επιτόκια στο 2% τέλος του χρόνου και περίπου 3% την άνοιξη. Για τους κεντρικούς τραπεζίτες ή για τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης, τα πάντα είναι αριθμοί. Αλλά πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι, οικογένειες, επιχειρήσεις, υποχρεώσεις και οι αποφάσεις τους καθορίζουν την ποιότητα της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων και κρίνουν το μέλλον τους.

Όμως, ποιος νοιάζεται αν μια οικογένεια ή μια επιχείρηση βλέπει τον λογαριασμό του ρεύματος να αυξάνεται κατά 70% σε σχέση με πέρυσι και συν τοις άλλοις πρέπει να πληρώσει και αυξημένη δόση δανείων. Σε μια πρόσφατη συζήτηση, ανώτατος αξιωματούχος της ΟΕΒ ανέφερε χαρακτηριστικά πως, όταν μιλάς με επιχειρηματία, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να σου δείξει τον λογαριασμό ρεύματος που έχει να πληρώσει, που είναι συνήθως αρκετές χιλιάδες ευρώ. Και στις συζητήσεις μεταξύ φίλων, η ερώτηση που γίνεται συνήθως είναι «πόσο ήρθε ο λογαριασμός ρεύματος;» ή πόσο υπολογίζουν να έρθει.

Οι κεντρικοί τραπεζίτες θέλουν να μειώσουν τον πληθωρισμό στο 2%, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να «χυθεί αίμα» και θα υπάρξουν θύματα. Διαφορετικά, ο στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί. Και όταν μιλάς με τραπεζικά στελέχη, μακριά από το φως της δημοσιότητας, η κατάσταση παρουσιάζεται μαύρη και άραχνη. Στις επίσημες δηλώσεις υπάρχει συγκρατημένη αισιοδοξία, ως είθισται να εκφράζουν πολλοί τραπεζίτες, αλλά η πραγματικότητα είναι συνήθως πιο σκληρή. Πέρυσι και πρόπερσι μιλούσαμε για τα θύματα της πανδημίας, υπήρχαν οι φωτογραφίες από τις νοσηλείες των ανθρώπων που είχαν νοσήσει και γενικά επικρατούσε εμβολιαστική τρομοκρατία. Φέτος έχουμε τα θύματα της ακρίβειας, αλλά δεν υπάρχει το κατάλληλο εμβόλιο που θα προστατεύσει τον οργανισμό μας από τον ιό της φτώχειας. Εκτός αν οι κεντρικοί τραπεζίτες συνεχίσουν να βλέπουν ως φάρμακο την αύξηση των επιτοκίων και… όσοι αντέξουν ας μείνουν όρθιοι.

Πέρυσι τέτοιο καιρό οι κεντρικές τράπεζες μοίραζαν χρήμα για την αντιμετώπιση της πανδημίας και ένα χρόνο μετά θυμήθηκαν ότι πρέπει να σφίξουν τα ζωνάρια. Τα θύματα της φτώχειας δεν καταγράφονται καθημερινά, όπως τα θύματα της COVID. Δεν διαβάζουμε στις ειδήσεις πόσοι δεν έχουν να πληρώσουν το λογαριασμό του ρεύματος ή πόσοι δυσκολεύονται να πληρώσουν τη δόση τους, όπως μας λέγανε πέρυσι με μαθηματική ακρίβεια για το πόσοι έχουν νοσήσει ή έχουν πεθάνει. Φυσικά, μέρος αυτής της πληροφόρησης δίνεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου αναφέρονται παραδείγματα φτωχών ανθρώπων που δεν έχουν να πληρώσουν τα ψώνια τους ή τους λογαριασμούς και ζούνε σε συνθήκες εξαθλίωσης, Μπορεί το κοινωνικό κράτος σ’ ορισμένες περιπτώσεις να έχει χαμηλά αντανακλαστικά αλλά υπάρχουν και οι συμπολίτες μας που έχουν ευαισθησίες και προσπαθούν να βοηθήσουν.

Το μεγαλύτερο κόστος από την αύξηση του πληθωρισμού το πληρώνουν κατά κύριο λόγο οι μεσαίες και χαμηλά αμειβόμενες εισοδηματικές τάξεις. Αυτό το διατυπώνει και η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία και εξηγεί ότι το φτωχότερο 20% των πολιτών δαπανά το 84% των εισοδημάτων του για κάλυψη των βασικών αναγκών. Πρόκειται, όπως διευκρινίζει, για πολίτες με εισοδήματα γύρω στις 11.140 ευρώ το χρόνο, από τα οποία ξοδεύουν 9.330 ευρώ για τις εντελώς βασικές ανάγκες τους. Αντιθέτως, το πλουσιότερο 20% των πολιτών δαπανά μόλις το 19% των εισοδημάτων του για τις βασικές ανάγκες. Άνθρωποι με εισοδήματα γύρω στις 65.000 ευρώ το χρόνο δαπανούν περίπου 12.300 ευρώ το χρόνο για τις βασικές τους ανάγκες.