Η γενναιόδωρη Κυβέρνηση Αναστασιάδη ευελπιστεί να αφήσει παρακαταθήκη στην επόμενη διακυβέρνηση –δηλαδή ιδανικά στον εαυτό της- τη λειτουργία των Υφυπουργείων Τουρισμού, Ανάπτυξης και Ναυτιλίας. Θέλει, λέει, να εξοπλίσει τους μελλοντικούς κυβερνώντες με σύγχρονα εργαλεία διακυβέρνησης. Είναι προφανές ότι σε τομείς που άπτονται της οικονομίας, έστω και με καθυστέρηση σε σχέση με τις αρχικές δεσμεύσεις, η κυβέρνηση εκδηλώνει μια σχετική αποφασιστικότητα και σωστά πράττει. Η διαχείριση του κρατικού νοικοκυριού είναι το άλφα και το ωμέγα.
Για να έχουμε όμως καλό ρώτημα, αγαπητοί κυβερνώντες, τι γίνεται μ’ εκείνο το Υφυπουργείο Πολιτισμού; Κόκαλα έχει; Αν δεν με γελά η μνήμη μου, όταν διεκδικούσε την Προεδρία της Δημοκρατίας ο Νίκος Αναστασιάδης είχε διαβεβαιώσει τους ανθρώπους που Πολιτισμού για την πρόθεσή του να εφαρμόσει ένα «Μνημόνιο Πολιτισμού», προϋπόθεση για το οποίο θα ήταν η άμεση ίδρυση Υφυπουργείου. Φυσικά, έκτοτε, ούτε φωνή ούτε ακρόαση.
Το καλό σενάριο είναι ότι το μελέτησε καλά, υπολόγισε το κόστος λειτουργίας του, τις διάφορες νομικές και τεχνοκρατικές πτυχές του και στο τέλος είδε ότι τα κουκιά δεν του βγαίνουν και ότι σίγουρα το καίριο αυτό βήμα δεν μπορεί να γίνει με μηδενικό κόστος λειτουργίας κι έτσι αποφάσισε να κάνει την πάπια. Το κακό σενάριο είναι ότι γνώριζε εξαρχής ότι όλα αυτά ήταν μπούρδες, ανέξοδες προεκλογικές σαπουνόφουσκες κι ότι πλέον όχι απλώς αδιαφορεί και αγνοεί, αλλά στην πραγματικότητα ιδέα δεν έχει για τη σημασία της στοιχειωμένης πλέον αυτονόμησης του πολιτισμού. Προσωπικά, κλίνω προς το δεύτερο σενάριο, που είναι φυσικά πιο ενοχλητικό και αγγίζει τα όρια της πολιτικής μπαγαποντιάς.
Εντούτοις, το θέμα μας εδώ δεν είναι η ηθική του πολιτεύεσθαι του Νίκου Αναστασιάδη. Η πολιτική του ποδαριού σε ό,τι έχει να κάνει με τον πολιτισμό δεν είναι καινό δαιμόνιο. Πάει αναντάν μπαμπαντάν, από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Έχω την αίσθηση εντούτοις ότι η κυβέρνηση Αναστασιάδη ξεπέρασε και τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις. Ας αφήσουμε το θέμα της αυτονόμησης. Ας δούμε το θέμα του νέου Κυπριακού Μουσείου, που αντί να είναι ήδη έτοιμο και ο Πρόεδρος να κόβει τώρα την κορδέλα, βλέπουμε τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό να έχει μόλις ολοκληρωθεί. Κάτι είναι κι αυτό, θα πείτε και δεν θα διαφωνήσω παρόλο που με τους ρυθμούς που κυλάει η υπόθεση και με τα προσκόμματα που θέτει η θεσμική αδιαφορία για τον πολιτισμό, το πιθανότερο είναι ότι μέχρι να ανεγερθεί θα έχουμε καταντήσει κι εμείς οι ίδιοι… εκθέματα.
Την ίδια στιγμή, πρέπει να μπει ο Ιούνιος για να γνωστοποιηθεί το πρόγραμμα για το Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια, λες και δεν αρκεί το ολοένα και πιο ψαλιδισμένο μπάτζετ της διοργνάνωσης και –κυρίως- δεν αρκεί η καθυστέρηση του ΥΠΠ να εκφράσει τις πραγματικές προθέσεις σε σχέση με τη συνέχιση του θεσμού, που οπωδήποτε χρειάζεται μια ιδιαίτερη ώθηση και χρειάζεται κάποτε να επιλέξουμε μεταξύ μαρασμού και ουσιαστικής αναβάθμισης.
Το Υπουργείο από την πλευρά του, όμως, περί άλλα τυρβάζει. Τον Κώστα Καδή τον έπιασε μανία να υλοποιήσει το νομοσχέδιο για την Ίδρυση και Λειτουργία της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών, με τη σχετική πρόταση νομοσχεδίου να εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Μετά από αυτό ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να κοιμάται ήσυχος και να αισθάνεται ότι έχει επιτελέσει στο έπακρο τα καθήκοντά του, παρόλο που κι αυτή ακόμη η ομολογουμένως μεγαλεπίβολη ιδέα δεν μας έχει πείσει ότι μπορεί να εφαρμοστεί τόσο γρήγορα και αποτελεσματικά, εφόσον τα ερωτηματικά για τη στελέχωση και τη λειτουργία της εξακολουθούν να αιωρούνται.
Καταντήσαμε σχεδόν γραφικοί να γράφουμε και να ξαναγράφουμε ότι ο πολιτισμός χρειάζεται πρώτιστα μια στέρεη διοικητική και θεσμική βάση. Η «ξηρασία» δεν θεραπεύεται με ξόρκια και χορούς της βροχής και είναι απογοητευτικό να παρακολουθείς ανήμπορος αυτούς που έχουν την εξουσία να φαντάζουν ανεπαρκείς και αποπροσανατολισμένοι από τις πραγματικές ανάγκες, παρηγορώντας τον εαυτό τους με τη σκέψη ότι η περιφρόνηση στον Πολιτισμό δεν επιφέρει κανένα πολιτικό κόστος.