Ακόμη ένα Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια έριξε αυλαία αφήνοντας πάνω-κάτω την ίδια γεύση με τα προηγούμενα. Τώρα, αν κόπηκαν λίγα εισιτήρια παραπάνω και είχαμε στην τελική σούμα μια υποφερτή παράσταση παραπάνω σε σχέση με πέρσι, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανοίξουμε και σαμπάνιες. Ο κανόνας, δυστυχώς, ήταν ήδη επιβεβαιωμένος πριν αρχίσει το φεστιβάλ. Και όχι, αυτό δεν είναι προκατάληψη, αλλά απλή λογική. 

Καταλαβαίνω ότι με το κλείσιμο του φεστιβάλ, εδώ και μια εβδομάδα, το θέμα έχει μπαγιατέψει λίγο στην πολιτιστική επικαιρότητα, όμως θα αποτολμήσω και φέτος να εκφράσω τη συνήθη μου γκρίνια, εν είδει αποτίμησης των πεπραγμένων. Νιώθω ότι έχω καταντήσει και λιγάκι γραφικός. Συχνά διερωτώμαι αν είμαι ο μόνος που όταν επεξεργάζεται τον όρο «κρατικό φεστιβάλ» έχει στο μυαλό του κάτι εντελώς διαφορετικό. Και όλο και συχνότερα σκέφτομαι μήπως τελικά αυτό είναι που μας αξίζει.

Ίσως φταίνε οι υπερβολικές προσδοκίες που γεννήθηκαν, στη δική μου περίπτωση τουλάχιστον, από τη μεγάλη τομή της υιοθέτησης του μοντέλου με τον καλλιτεχνικό διευθυντή. Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω το μέγεθος της ευθύνης που βαραίνει τον ίδιο, πέραν, φυσικά, του αδιαπραγμάτευτου βάρους της ανοχής. Άλλωστε, δεν διαχειρίζεται εν λευκώ τη διοργάνωση, κάθε άλλο. Μην ξεχνάμε ότι την τελευταία υπογραφή για την έγκριση του προγράμματος δεν τη βάζει ο Παρτζίλης, αλλά ο ίδιος ο υπουργός, αναλαμβάνοντας έτσι την ευθύνη και τυπικά, εκτός από ουσιαστικά.

Η αίσθηση εντούτοις παραμένει ότι το βήμα έμεινε μετέωρο και πολύ αμφιβάλλω ότι το πρόβλημα αφορά στο πρόσωπο κι όχι στη βάση και τη φιλοσοφία πάνω στην οποία εφαρμόζεται αυτό το μοντέλο. Η προσπάθεια εκσυγχρονισμού του φεστιβάλ μοιάζει σαν να έμεινε στη μέση, όχι μόνο επειδή απέτυχε να αποκτήσει ο θεσμός την προσδοκώμενη, νέα, σύγχρονη και ξεχωριστή ταυτότητα, αλλά κι επειδή δεν ξεριζώθηκαν κατεστημένες νοοτροπίες και πρακτικές.

Με άλλα λόγια, μπορεί θεωρητικά ο νέος τρόπος διαχείρισης να είναι πιο λειτουργικός και να έχει ως ένα σημείο απαλλάξει από έναν μεγάλο μπελά τις βραδυκίνητες και δραματικά υποστελεχωμένες Πολιτιστικές Υπηρεσίες, αν κάνουμε όμως ένα βήμα πίσω, θα δούμε ότι ο ομφάλιος λώρος κάθε άλλο παρά έχει κοπεί κι ότι όλες οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες στη ματαιότητα όσο δεν προχωρεί η ευρύτερη δομική αναδιάρθρωση και διοικητική ανασυγκρότηση του τομέα. Ας αφήσουμε έξω από αυτή τη συζήτηση τον αστείο προϋπολογισμό του φεστιβάλ, που είναι δευτερεύον θέμα όταν η ρίζα του προβλήματος παραμένει αλλού. 

Όταν η πολιτιστική διαχείριση παραμένει εγκλωβισμένη στους καφκικούς διαδρόμους του τρίσβαθου κράτους, που ασχέτως από τις επιμέρους προθέσεις των εμπλεκομένων κάθε άλλο παρά πιστός παραστάτης των δημιουργών καθίσταται, τα υπόλοιπα είναι ψιλά γράμματα. Πώς μπορεί το Φεστιβάλ Κύπρια να υιοθετήσει σύγχρονους τρόπους ανάπτυξης; Για ποιο λόγο να αναζητήσει δικτύωση με άλλα φεστιβάλ στο εξωτερικό και τρόπους αποτελεσματικότερης παρακολούθησης της διεθνούς πολιτιστικής αγοράς; Υπάρχει νόημα να προσπαθήσει από μόνο του να βρει τρόπους όχι απλώς διεύρυνσης του ακροατηρίου, αλλά και εκπαίδευσης, καλλιέργειας του αισθητικού κριτηρίου ή και της συμπεριφοράς του θεατή από τη στιγμή που θα αγοράσει το εισιτήριο κι έπειτα; Χωρίς στερεή θεσμική βάση, όλες οι προσπάθειες θα αποδειχτούν ανώφελες.

Έτσι κι εγώ, εις ένδειξη διαμαρτυρίας, δεν θα μπω φέτος στον απολογισμό μου σε μια λογική του τύπου «αυτή η παράσταση ήταν καλή, η άλλη μέτρια, η παράλλη απαράδεκτη». Και καλό είναι και οι Κύπριοι καλλιτέχνες να ξεπεράσουν επιτέλους τη μικρόνοη λογική τού «γιατί διάλεξαν αυτόν κι όχι εμένα, που είμαι καλύτερος», χαιρεκακώντας πολλές φορές για το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει η διοργάνωση. Να εστιάσουμε όλοι στην εστία της φαγούρας και μετά να ξυστούμε δυνατά.