Η μητέρα μου είχε στην Αμμόχωστο έναν μικρό κήπο που έθαλλε, και τη ρωτούσαν οι γειτόνισσες να τους πει το μυστικό για να το εφαρμόσουν και στον δικό τους. «Τα φυτά είναι κι αυτά πλάσματα του Θεού, που ζητούν αγάπη και συντροφιά. Να τους μιλάτε, να τα χαϊδεύετε», έλεγε, «και θα δείτε πόσο καλύτερα μεγαλώνουν!»

Όλα τα πράγματα εντέλει χωρούν στον εναγκαλισμό της αγάπης. Όμως τι εστί αγάπη; Τι συνιστά την εκδήλωση του ταλέντου της; Από πρακτική πλευρά στηρίζεται σε ό,τι προσδιορίζει την ανθρώπινη ουσία (που μας περιβάλλει ως η μόνη αληθινή μας «περι-ουσία»), αρκεί φυσικά να καλλιεργείται μέσα μας η φιλοκαλία του πόνου, η ομορφιά της συμπόνιας. Δεν εννοείται τρυφερότητα χωρίς την ευπάθειά της, δηλαδή χωρίς εκτεθειμένη ευαισθησία και φυσικά χωρίς τρεμούλιασμα ψυχής, τον κραδασμό που μας ανάγει σε λεπτότερο επίπεδο αντίληψης του κόσμου και της θέσης μας μέσα σε αυτόν.

Ερχόμαστε και στα δικά μας: ο υψηλός πόνος, η διαχείριση εν προκειμένω της ιστορικής μας μοίρας, η συναίσθηση της κυπριακής τραγωδίας (εξαιτίας της τουρκικής εισβολής και κατοχής, αλλά και της δικής μας αβασάνιστης εκποίησης της μνήμης),  αποτελούν επείγοντα ζητήματα ταυτότητας και υπαρξιακής υπόστασης.

Η πολιτική είναι ένα κοινωνικό στάδιο στο οποίο δοκιμάζεται η προσωπική αρετή. Σ’ αυτήν θα πρέπει να προσθέσουμε και τον επιστημονικό οραματισμό. Η «επιστήμη της αγάπης για την πατρίδα» είναι μια καλλιέργεια που συνδυάζει τον άγρυπνο νου με τον παλμό της καρδιάς. Ακόμα και η φυσική απλή αγάπη έχει τη δικιά της ευφυία, το δικό της ταλέντο, που υφαίνεται από τα απλούστερα και φτάνει στα συνθετότερα.

Ας στοχαστούμε τώρα και γι’ αυτά. Το σπαραγμένο σώμα της πατρίδας έχει εξαντλήσει πια το μοιρολόγι μας. Η πατρίδα χρειάζεται να ξεπεράσουμε το Πάσχα των παθών της και να την  οδηγήσουμε στο αναστάσιμο  κάλλος της. Δεν είναι μόνο ζήτημα κατεχόμενης γης και νοσταλγίας εκείνου που χάσαμε -άλλωστε μας δίνεται από τους σφετεριστές η άδεια να το «επισκεπτόμαστε», να το «αγγίζουμε» και δανεικό-, αλλά είναι και ζήτημα  ελευθερίας της Κύπρου, όπως ακριβώς την εκφώνησε η ταπεινή δασκάλα του Ριζοκαρπάσου Ελένη Φωκά στο ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στην επίσημη ανάληψη της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φαίνεται ότι, στο σημείο που η Φωκά μεταλαμπάδευε στο κοριτσάκι της ταινίας την ευχή «Ελευθερία στην Κύπρο μας», υπήρξε απόκρυψη του ήχου. Μήπως αυτό καθιστά, εκ των υστέρων έστω, αναγκαία την απόδοση του δίκαιου λόγου στη νοηματική;

Είτε φωναχτά είτε κρυμμένα, η βασική αρχή παραμένει απαρασάλευτη: να μην ξεχνάμε τις μνημονικές μας αξίες, που οφείλουμε να τις ζεσταίνουμε βαθιά στη συνείδησή μας, ως γραμμή σωτηρίας και διάκρισης χρέους και αλήθειας. Δικαιολογημένα, εξάλλου,  στην αρχαία Ελλάδα οι ποιητές  αποκαλούνταν  «φύλακες της αλήθειας», γιατί τους ετάχθη να προφυλάγουν από τη λήθη την ίδια την Μνημοσύνη (τη μητέρα των Μουσών), ως θησαυρό που διασώζει τη μνήμη του αληθινού ανθρώπινου προσώπου. Το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ δεν έχει να κάνει με αυτοκόλλητες καρδούλες, παρά με την ομολογία πίστεως στην εσταυρωμένη μνήμη.       

 Τούτο επιτάσσει να αρθούμε στο ύψος της τραγωδίας μας, πράγμα που σημαίνει ότι επωμιζόμαστε το χρέος να μην την εξαντλούμε συναισθηματικά, αλλά να  αντλούμε την υπαρξιακή μας ουσία από αυτήν. Σε τελευταία ανάλυση, θα έλεγα πως αυτό είναι ζήτημα επιστημονικού και έντεχνου χειρισμού. Εδώ ακριβώς δοκιμάζεται η μαστοριά της αγάπης. «Σκοπός της τέχνης είναι να διορθώνει τη συγκίνηση». Δανείζομαι τη φράση από τον ζωγράφο Ζωρζ Μπρακ, που συνορεύει ασφαλώς και με τη θέση ότι ο δελφικός Απόλλων «ου λέγει αλλά σημαίνει». Όταν  η συγκίνηση φιλτράρεται και υποβάλλεται υποδορίως, η εσωτερική αλήθεια  αποκτά πυρηνική δυναμική,  γιατί καθίσταται καλλιτεχνικά δραστικότερη και υπαινικτικά πειστικότερη.

Δεν είναι ωστόσο εύκολο να επιβαλλόμαστε στη συγκίνησή μας, πειθαναγκάζοντάς την σε αυτοπεριορισμό. Απαιτείται μεγάλη προσπάθεια και μόχθος  για την απόσταξη των δακρύων. Το μέτρημα των βημάτων, η εγκράτεια του λόγου ή της εικόνας και γενικά του  αισθήματος, καθορίζει ακριβώς και τον βαθμό οξύτητας της συγκίνησης  -την πνευματική της διαφάνεια- προσφέροντας σ’ αυτήν ιδιαίτερη ποιότητα.  

Δεν θα επιμείνω περισσότερο ως προς αυτό. Ο έντιμος αναγνώστης θα κατάλαβε ήδη τη σημασία της καλλιτεχνικής διαχείρισης και προβολής των παθών της πατρίδας μας εξαιτίας εισβολής και κατοχής. Για κακή μας τύχη σε τούτο το νησί, η βαρύτητα των λέξεων  «εισβολή-κατοχή» αχρηστεύεται κοντόφθαλμα από δικούς μας, αλλά και χωρίς ντροπή από ξένους που υπηρετούν συνειδητά την πολιτική των ίσων αποστάσεων μεταξύ θύτη και θύματος.

Μέσα σε όλον αυτό τον κυκεώνα αντίρροπων δυνάμεων, συμφερόντων και σκοπιμοτήτων, η μικρή Κύπρος είχε πρόσφατα την ευκαιρία να επιδείξει τις πληγές της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με πρωτοβουλία του Ευρωβουλευτή Κώστα Μαυρίδη. Η όλη εκδήλωση στηριζόταν σε  φωτογραφική έκθεση για συλημένα κοιμητήρια,  κατεστραμμένες εκκλησίες  και σύληση ιερών εικόνων στην κατεχόμενη Κύπρο μας, με αντίστοιχη μαρτυρία και συμμετοχή δημάρχων/εκπροσώπων των εννέα κατεχόμενων δήμων που συνόδευαν αψευδές βιντεογραφικό υλικό.

Είχα  την τιμή να προσκληθώ κι εγώ από τον Κώστα Μαυρίδη να απαγγείλω τρία σχετικά ποιήματά μου για την τουρκική  κατοχή. Πέρα από τον δίκαιο έπαινο για τον ολόψυχα δοσμένο στην εθνική του αποστολή Ευρωβουλευτή και την επίλεκτη ομάδα των  συνεργατών του, θα ήθελα εδώ να συνταχθώ με την ισχυρή πεποίθησή του ότι η πραγματική δύναμη της Κύπρου στηρίζεται στο πνευματικό και ηθικό της πλεονέκτημα. Το γεγονός ότι ακούστηκε μέσα στον κεντρικό χώρο του Κοινοβουλίου  ο λόγος και ο καημός, μαζί με το όραμα για δικαιοσύνη και λευτεριά, αποδέσμευσε δυνάμεις ευθαρσούς αληθείας – όχι περιδεούς απόκρυψης και συνoδευτικής υποτέλειας. Κάποια στιγμή θα πρέπει να φανεί καθαρά ποιοι υπερασπίζονται αυτό το ακραίο νησί της Ανατολικής Μεσογείου διεγείροντας ευρωπαϊκές ευαισθησίες, που ενεργοποιούν στην πράξη τις οικουμενικές αξίες οι οποίες υπενθυμίζουν το πρόσωπο του ανθρώπου.  

Και τούτα γράφονται σε μια περίοδο που γύρω από το  νησί  μας  μαίνεται ο πόλεμος και σκοτεινιάζει ο κόσμος. Σε κάθε περίπτωση, η δική μας συμβολή και η σωτηρία της πατρίδας οφείλει να μετριέται από την επιστήμη της αγάπης μας γι’ αυτήν. Μιλάμε δηλαδή για πράξη απόλυτα ποιητική, καθώς η πνευματική της αξία σταθμίζεται από τη Μνήμη και από το ιλαρό της φως, που έχει τη χάρη να  μακραίνει  στην ψυχή.

Φοβάμαι ωστόσο πως η παραζάλη των επερχόμενων εκλογών στο νησί μας θα σμικρύνει τη μνήμη, καθώς  θα μεταφέρει εργολαβικά  τον παγκόσμιο κλυδωνισμό σε τοπικό επίπεδο. Οι ανελέητες εκλογές θα σβήσουν από την άμμο την ξανθή της πάλαι ποτέ Αμμοχώστου το όνομά της. Ο Γιώργος Σεφέρης την τιτλοφόρησε ΑΡΝΗΣΗ. Η μοναχικότητα της λέξης είναι εξασφαλισμένη από τώρα. Τα καρτερικά ελληνικά ονόματα της κατεχόμενης πατρίδας θα στήσουν γύρω της χορό τραγωδικό, ψέλνοντας  τα επινίκια  συγκρατημένης θλίψης. «Ποιος το θυμάται τούτο το νησί;» Η ερώτηση μάλλον απευθύνεται στους  Έλληνες κατοίκους του.