Στις εκλογές της 24ης Μαΐου 2026 επικράτησε η παραδοσιακή, συντηρητική πολιτική κουλτούρα του εκλογικού σώματος. Τα δύο μεγάλα κόμματα διατήρησαν τις έδρες και την ισχυρή επιρροή τους. Οι παραδοσιακές ισορροπίες της κυπριακής πολιτείας διατηρήθηκαν σχεδόν αλώβητες.
Αυτά όμως δεν αίρουν το υπόβαθρο της θεσμικής κρίσης που διέρχεται η πατρίδα μας. Ούτε εξαλείφουν τις σοβαρές συνέπειές της. Η σταθερότητα που κατέγραψε η κάλπη είναι η σταθερότητα του κομματικού συσχετισμού. Δεν αφορά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα. Πίσω και πέραν από το αποτέλεσμα παραμένουν ανοιχτά δύο ζητήματα: το ζήτημα της αντιπροσώπευσης της κοινωνίας και το ζήτημα της νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας.
Το πρώτο ζήτημα, η αντιπροσώπευση της κοινωνίας, πρέπει να συζητηθεί στην ουσιαστική του πολιτειακή διάσταση. Στον δημόσιο λόγο, η αντιπροσώπευση ταυτίζεται με την εκλογή βουλευτών. Ταυτίζεται, δηλαδή, με την ανάδειξη κομματικών σχηματισμών στο Κοινοβούλιο. Η αυθεντική και πολιτικά σημαντική έννοια της αντιπροσώπευσης στη δημοκρατία αφορά όμως σε κάτι διαφορετικό. Αντιπροσώπευση δεν είναι η επιλογή προσώπων που θα κυβερνήσουν, εκ μέρους της κοινωνίας. Η αντιπροσώπευση αφορά και είναι η έκφραση της βούλησης της ίδιας της κοινωνίας. Αντιπροσώπευση υπάρχει όταν μια κοινωνία συγκροτείται, οργανώνεται και λειτουργεί ως θεσμική πολιτική κοινότητα.
Η βούλησή της πρέπει να έχει άμεση επίδραση στα πολιτικά δρώμενα. Η πολιτική κοινότητα αντιπροσωπεύεται στο πολιτικό σύστημα όταν επηρεάζει την οργάνωση, τη λειτουργία και τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Και, κυρίως, όταν έχει την ευθύνη έναντι των αποφάσεων και των συνεπειών τους. Η αυθεντική αντιπροσώπευση δεν είναι, λοιπόν, η περιοδική ψήφος ανά πενταετία. Είναι η διαρκής δυνατότητα ελέγχου και λογοδοσίας. Με απλά λόγια, η κοινωνία πρέπει να συμμετέχει και να ρυθμίζει, όχι μόνο την ημέρα των εκλογών. Το κενό αυτό έφερε στην ημερήσια διάταξη ακραίες πολιτικές κινήσεις λαϊκισμού και επέτεινε το πρόβλημα της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Αναδεικνύεται λοιπόν η διάσταση ανάμεσα σε δύο έννοιες: την αντιπροσώπευση και την εκπροσώπηση. Το βιούμενο πολιτικό σύστημα αφορά στην εκπροσώπηση. Δηλαδή στην «ανάθεση της εξουσίας» σε αιρετούς. Αγνοεί όμως την αντιπροσώπευση ως ζωντανή σχέση του πολίτη με το πολιτικό σύστημα και την πολιτεία του. Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης το έχει περιγράψει εύστοχα αυτό το ζήτημα: Το σύστημα που βιώνουμε σήμερα στην Κύπρο, την Ελλάδα την Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου, μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκλόγιμη μοναρχία. Αυτό, ισχύει τόσο για τη νομοθετική όσο και για την εκτελεστική εξουσία. Ο όρος δεν είναι σχήμα λόγου. Περιγράφει μια πραγματικότητα. Ο πολίτης απλώς επιλέγει ποιος θα ασκήσει την εξουσία. Δεν μετέχει ο ίδιος στην άσκησή της. Δεν διαθέτει θεσμικά εργαλεία ελέγχου ανάμεσα στις εκλογικές αναμετρήσεις. Η «κυριαρχία του λαού» μεταβιβάζεται φαινομενικά στο πολίτη την ημέρα της ψηφοφορίας. Και στη συνέχεια, επιστρέφει στο πολιτικό σύστημα μέχρι τις επόμενες εκλογές.
Πολλοί επικρίνουν την αναζήτηση ενός αυθεντικού δημοκρατικού συστήματος. Το βασικό τους επιχείρημα είναι η «ανωριμότητα της κοινωνίας». Υποστηρίζουν ότι οι πολίτες δεν είναι προετοιμασμένοι. Ότι δεν κατέχουν τη γνώση για να κρίνουν τον δημόσιο βίο και τη λειτουργία της πολιτείας σε «καθημερινή βάση». Ανησυχούν ότι μια τέτοια προοπτική θα έφερνε χάος και ανοργανωσιά. Το επιχείρημα όμως είναι μάλλον υποκριτικό. Αν η κοινωνία είναι όντως ανώριμη, ποιος πρέπει να το αποφασίσει αυτό; Τα κόμματα ή οι υποψήφιοι; Δεν γίνεται όμως η κοινωνία να είναι αρκετά ώριμη ώστε να εκλέγει άρχοντες και ταυτόχρονα τόσο ανώριμη ώστε να μην μπορεί να τους ελέγχει. Η επίκληση της ανωριμότητας απλώς δικαιολογεί την απόσταση ανάμεσα στον λαό και την εξουσία. Αυτή είναι μια σοβαρή πηγή αστάθειας του πολιτικού συστήματος.
Το δεύτερο ζήτημα, το ζήτημα της νομιμοποίησης της εξουσίας, προκύπτει από τα ίδια τα αριθμητικά δεδομένα. Στις εκλογές του Μαΐου 2026 ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος που συμμετείχε στις εκλογές δεν εκπροσωπείται στη Βουλή. Περίπου το 17% όσων ψήφισαν και επέλεξαν συνδυασμούς ή/και υποψηφίους που δεν εξασφάλισαν έδρα, συμμετείχαν απλώς στη διαδικασία και «ατύχησαν»; Συμμετείχαν στη διαδικασία, εξέφρασαν πολιτική βούληση, όμως δεν βρίσκουν καμία ε στα εκπροσώπευση έδρανα του Κοινοβουλίου. Τα κόμματα που μπήκαν στη Βουλή εκπροσωπούν μόλις το 55,6% του συνόλου του εκλογικού σώματος. Ένα ποσοστό που προσεγγίζει το 45% των πολιτών δεν αντιπροσωπεύεται καθόλου. Άλλοι λόγω αποχής. Άλλοι λόγω ψήφου σε σχηματισμούς που έμειναν εκτός Βουλής. Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο ποσοστά και υπολογισμούς.
Γεννάται λοιπόν ένα ζήτημα πολιτικής τάξης, το οποίο αφορά τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Νομιμοποίηση υπάρχει όταν υπάρχει τεκμήριο σύστασης και αποδοχής του πολιτικού συστήματος από την κοινωνία. Στο βιούμενο πολιτικό σύστημα, η νομιμοποίηση αφορά στην αποδοχή της εξουσίας των αντιπροσώπων από το εκλογικό σώμα. Όσο πιο πλατιά είναι αυτή η αποδοχή, τόσο πιο στέρεη γίνεται η εξουσία και πιο αποδεκτές οι αποφάσεις της. Το ζήτημα εδώ είναι διττό. Το πρώτο σκέλος αφορά όσους συμμετείχαν στις εκλογές, αλλά έμειναν χωρίς εκπροσώπηση. Τίμησαν τον θεσμό των εκλογών, αλλά βρέθηκαν, παρ’ όλα αυτά, δεν έχουν εκπροσώπους στο Κοινοβούλιο. Το δεύτερο σκέλος αφορά εκείνους που απείχαν. Η αποχή δεν είναι αδιάφορη. Δείχνει σκεπτικισμό απέναντι στη δυνατότητα ουσιαστικής αλλαγής, βελτίωσης και ισονομίας.
Σε κάθε περίπτωση, το Κοινοβούλιο θα λειτουργήσει κανονικά. Θα ληφθούν αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή όλων. Ακόμη και εκείνων που δεν εκπροσωπούνται. Όμως το ζήτημα της νομιμοποίησης που το ίδιο το σύστημα απαιτεί θα απουσιάζει. Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Όταν η αποδοχή στενεύει, οι αποφάσεις αμφισβητούνται ευκολότερα και η συνοχή της κοινωνίας δοκιμάζεται. Κάπως έτσι γεννιούνται οι κρίσεις, η αμφισβήτηση και ένα ευρύ πεδίο λαϊκισμού και ακραίας πολιτικής συμπεριφοράς.
Δεν πρέπει να επαναπαύεται το πολιτικό σύστημα σε ένα απαξιωτικό «ζαμάν φου»: το σύστημα προχωρεί με όσους συμμετέχουν και η μη εκπροσώπηση είναι πρόβλημα όσων απέχουν. Ή όσων «σπαταλούν» την ψήφο τους. Αυτή ακριβώς η αδιαφορία στο πρόβλημα της νομιμοποίησης βαθαίνει τις κρίσεις. Μετατρέπει το έλλειμμα νομιμοποίησης σε μόνιμο χαρακτηριστικό του συστήματος. Όταν σχεδόν οι μισοί πολίτες μένουν εκτός ουσιαστικής εκπροσώπησης, το ερώτημα αλλάζει. Δεν είναι πια ποιος κέρδισε τις εκλογές. Είναι τι ακριβώς νομιμοποιεί η ίδια η εκλογική διαδικασία.
*Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής και Διακυβέρνησης, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας