Από τις κοινοβουλευτικές καρέκλες και την ελευθερία του Τύπου μέχρι τη συζήτηση για τις έδρες, η Δημοκρατία κρίνεται τελικά από την ποιότητα των ανθρώπων που την υπηρετούν.
Κάθε φορά που ανοίγει μια δημόσια συζήτηση γύρω από την κατανομή εξουσίας, αξίζει να αναρωτιόμαστε όχι μόνο τι συμβαίνει, αλλά και τι μήνυμα εκπέμπεται προς την κοινωνία. Τις τελευταίες ημέρες, η αντιπαράθεση γύρω από την κατανομή των προεδριών των κοινοβουλευτικών επιτροπών μονοπωλεί το ενδιαφέρον. Δηλώσεις, διαβουλεύσεις, ερμηνείες κανονισμών και πολιτικές αντιπαραθέσεις συνθέτουν μια εικόνα που, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει να αφορά αποκλειστικά τις ισορροπίες εντός της Βουλής.
Αυτό είναι που βλέπει ο πολίτης. Η ουσία, όμως, βρίσκεται αλλού.
Η πραγματική συζήτηση δεν αφορά ποιος θα καταλάβει ποια θέση. Αφορά το κατά πόσο έχουμε απομακρυνθεί από την πραγματική έννοια του πολιτικού και του κοινοβουλευτικού έργου. Γιατί η πολιτική δεν δημιουργήθηκε για να υπηρετεί αξιώματα, αλλά για να υπηρετεί ανθρώπους. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές δεν αποτελούν λάφυρα πολιτικής επιβράβευσης ούτε πεδία κομματικής επιβολής. Αποτελούν θεσμούς ελέγχου, λογοδοσίας και παραγωγής πολιτικής προς όφελος της κοινωνίας.
Κι όμως, πολλές φορές η δημόσια εικόνα που διαμορφώνεται είναι διαφορετική. Μια εικόνα όπου η συζήτηση περιστρέφεται περισσότερο γύρω από τις καρέκλες παρά γύρω από το έργο. Περισσότερο γύρω από τους συσχετισμούς παρά γύρω από τα αποτελέσματα. Και όταν αυτό συμβαίνει, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Ο πολίτης που έδωσε την ψήφο του δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως για το ποιος θα προεδρεύσει μιας επιτροπής. Ενδιαφέρεται να γνωρίζει ότι οι θεσμοί λειτουργούν αποτελεσματικά, ότι οι εκπρόσωποί του εργάζονται για το δημόσιο συμφέρον και ότι η εμπιστοσύνη που τους παραχώρησε δεν μετατρέπεται σε προνόμιο.
Την ίδια στιγμή, ένα ακόμη περιστατικό ήρθε να υπενθυμίσει ότι η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο μέσα στις αίθουσες της Βουλής. Οι πρόσφατες απειλές εναντίον δημοσιογράφου προκάλεσαν εύλογη ανησυχία και ανέδειξαν μια αλήθεια που συχνά ξεχνάμε. Η ελευθερία της έκφρασης και η ανεξαρτησία της δημοσιογραφίας δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι θεμελιώδεις πυλώνες του.
Όποιος ασκεί δημόσια εξουσία οφείλει να αποδέχεται τον έλεγχο και την κριτική. Η διαφωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απειλή και η δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί να θεωρείται εχθρική πράξη. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαίο μηχανισμό λογοδοσίας. Όταν ο δημόσιος λόγος δηλητηριάζεται από εκφοβισμό, η ζημιά δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που στοχοποιούνται. Αφορά το σύνολο της δημοκρατικής λειτουργίας.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κοινός παρονομαστής των δύο ζητημάτων: το πολιτικό ήθος.
Η έδρα στη Βουλή δεν αποτελεί τίτλο ιδιοκτησίας. Αποτελεί μια προσωρινή εντολή που παραχωρεί ο λαός στους εκπροσώπους του. Μαζί με αυτή την εντολή παραχωρεί και μια απαίτηση: να επιδεικνύουν το ήθος που αρμόζει στο αξίωμα που κατέχουν. Σεβασμό προς τους θεσμούς, σεβασμό προς τους πολίτες, σεβασμό προς τη διαφορετική άποψη.
Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, αναδεικνύεται και ένα τρίτο ζήτημα που δεν πρέπει να αφεθεί να ξεχαστεί μόλις καταλαγιάσει η αντιπαράθεση. Το θέμα της κατανομής των κοινοβουλευτικών εδρών και της αντιπροσωπευτικότητας του συστήματος δεν μπορεί να επιστρέψει στα συρτάρια μέχρι τις επόμενες εκλογές. Εάν υπάρχουν στρεβλώσεις, κενά ή αδυναμίες, η συζήτηση πρέπει να ανοίξει τώρα και να διεξαχθεί με σοβαρότητα, διαφάνεια και πολιτικό θάρρος.
Οι δημοκρατίες εξελίσσονται όταν έχουν τη δύναμη να διορθώνουν τις αδυναμίες τους και όχι όταν τις μεταθέτουν για αργότερα.
Ίσως, τελικά, όλα όσα παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες να οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Η πολιτική χάνει τον προσανατολισμό της όταν η θέση αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την αποστολή. Όταν η εξουσία γίνεται αυτοσκοπός. Όταν το αξίωμα υπερισχύει της ευθύνης.
Και τότε δεν απογοητεύονται μόνο οι πολίτες. Τότε τραυματίζεται η ίδια η ποιότητα της Δημοκρατίας. Γιατί η πραγματική δύναμη μιας Βουλής δεν μετριέται από το ποιος κάθεται σε ποια καρέκλα, αλλά από το κατά πόσο όσοι κάθονται σε αυτές θυμούνται καθημερινά γιατί βρέθηκαν εκεί.