Διαβάζω το 1984 του Όργουελ με μια παράξενη αίσθηση οικειότητας. Όχι επειδή φοβάμαι ότι ζούμε σε μια δυστοπία. Αυτό που με προβληματίζει είναι η προσαρμογή. Η στιγμή που το παράλογο παύει να μας ξενίζει. Η στιγμή που η αντίφαση γίνεται συνήθεια και η συνήθεια κανονικότητα.
Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσα να μη σκεφτώ τις αποφοιτήσεις του Πανεπιστημίου αυτή την εβδομάδα. Περισσότεροι από χίλιοι νέοι και νέες ολοκληρώνουν ένα σημαντικό κεφάλαιο της ζωής τους και ανοίγουν το επόμενο. Κάποιοι μπαίνουν στην αγορά εργασίας. Κάποιοι συνεχίζουν σπουδές. Όλοι με όνειρα, φιλοδοξίες και προσδοκίες.
Όπως συμβαίνει σε κάθε αποφοίτηση, άκουσαν πολλές συμβουλές. Να εργάζονται σκληρά. Να επιδιώκουν την αριστεία. Να είναι δημιουργικοί. Να έχουν αρχές. Να προσφέρουν στην κοινωνία.
Και καλά κάνουμε που τους τα λέμε. Το ερώτημα είναι αν πιστεύουμε πραγματικά σε αυτά που τους λέμε.
Γιατί κάθε αποφοίτηση δεν είναι μόνο γιορτή. Είναι και μια στιγμή απολογισμού για την κοινωνία. Μια κοινωνία που συχνά δηλώνει ότι αποστρέφεται τη διαφθορά, αλλά την ίδια στιγμή σπεύδει να την εξηγήσει, να την δικαιολογήσει ή να την συγχωρήσει όταν το αποτέλεσμα την εξυπηρετεί.
Τις τελευταίες ημέρες επανήλθε η γνωστή συζήτηση γύρω από τον τέως Πρόεδρο. Και μαζί της επανήλθε ένα γνώριμο επιχείρημα: ότι τα αποτελέσματα μπορούν, σε κάποιο βαθμό, να αντισταθμίσουν τις σκιές. Δεν είναι σκοπός αυτού του άρθρου να ξαναγράψει την ιστορία του 2013. Ούτε να μηδενίσει όσα θετικά έγιναν εκείνη την περίοδο. Πότε ακριβώς όμως, αποδεχθήκαμε ότι η κοινωνία πρέπει να επιλέγει ανάμεσα στην ικανότητα και την εντιμότητα;
Η διαφθορά, οι συγκρούσεις συμφερόντων, οι πελατειακές σχέσεις και η ανοχή σε ηθικά προβληματικές συμπεριφορές υποτίθεται ότι αποτελούν εξαιρέσεις. Είναι φαινόμενα που μια υγιής κοινωνία αναγνωρίζει ως προβλήματα και προσπαθεί να περιορίσει. Όταν όμως αρχίζουμε να λέμε «όλοι το κάνουν», «ναι, αλλά έκανε έργο», «ναι, αλλά ήταν νόμιμο» ή «ναι, αλλά μας βοήθησε», τότε η εξαίρεση γίνεται μέρος του κανόνα.
Ο Όργουελ το περιέγραφε ως «διπλή σκέψη»: την ικανότητα να κρατάς δύο αντιφατικές πεποιθήσεις ταυτόχρονα και να τις αποδέχεσαι και τις δύο ως αληθινές. Εμείς συχνά το βαφτίζουμε ρεαλισμό.
Ποιος μας έπεισε ότι οι επιλογές μας είναι μόνο δύο; Ο ικανός αλλά διεφθαρμένος ή ο τίμιος αλλά ανίκανος; Ένας εξαιρετικός γιατρός δεν αποκτά το δικαίωμα να εξαπατά τους ασθενείς του. Ένας αποτελεσματικός διευθυντής δεν απαλλάσσεται από τους κανόνες επειδή πετυχαίνει τους στόχους του. Γιατί λοιπόν στην πολιτική αποδεχόμαστε τόσο εύκολα αυτό το ψευτοδίλημμα;
Ίσως επειδή κατά καιρούς βολικά επωφεληθήκαμε από ένα σύστημα που λειτουργούσε με εκπτώσεις. Ίσως επειδή άλλες φορές απλώς μάθαμε να επιβιώνουμε μέσα σε αυτό. Και ίσως επειδή είναι ευκολότερο να προσαρμόζεις τις αρχές σου στην πραγματικότητα παρά να απαιτείς μια καλύτερη πραγματικότητα.
Κι όμως, κάθε γενιά που αποφοιτά αποτελεί μια νέα ευκαιρία να σπάσει αυτός ο κύκλος. Όχι επειδή οι νέοι είναι αφελείς. Αλλά επειδή δεν έχουν ακόμη εκπαιδευτεί να συμβιβάζονται με όσα εμείς θεωρούμε δεδομένα.
Και αν κάτι έδειξαν οι τελευταίες μέρες, είναι ότι τα αντανακλαστικά της κοινωνίας εξακολουθούν να λειτουργούν. Όλο και περισσότεροι πολίτες αρνούνται να δεχθούν ότι το νόμιμο είναι αυτομάτως και ηθικό. Ότι επειδή κάτι επιτρέπεται, είναι και αποδεκτό. Ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό σημάδι ωρίμανσης μιας κοινωνίας: η ικανότητα να αναγνωρίζει ότι ορισμένα πράγματα δεν γίνονται φυσιολογικά μόνο και μόνο επειδή έγιναν συνηθισμένα.
Αν έχω μια ελπίδα για τους αποφοίτους αυτής της εβδομάδας, είναι να βρουν μπροστά τους μια κοινωνία που ανεβάζει τον πήχη αντί να τον χαμηλώνει. Μια κοινωνία που έχει αποφασίσει να σταματήσει να μεταφράζει την αντίφαση σε ρεαλισμό.
Οι νέοι αυτής της χώρας αξίζουν να μην κληρονομήσουν ψευτοδιλήμματα. Αξίζουν θεσμούς που λειτουργούν, ηγέτες που εμπνέουν εμπιστοσύνη και μια κοινωνία που δεν τους ζητά να επιλέξουν ανάμεσα στις αξίες και στην αποτελεσματικότητα.
Αξίζουν έντιμη ικανότητα και ικανή εντιμότητα.
Και αξίζει να το απαιτήσουμε όλοι μας.