Το ποδόσφαιρο θεσπίστηκε στις γειτονιές της εργατικής Αγγλίας ως ένα κοινωνικό συμβόλαιο αυθεντικής πίστης και κοινού οράματος. Στις μέρες μας, ωστόσο, η «στρογγυλή θεά» αποποιείται την κυριαρχία της, υποκύπτοντας στις επιταγές του κεφαλαίου και των γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων. Το άθλημα υφίσταται μια βίαιη δομική μετάλλαξη, εκχωρώντας τον πυρήνα της ταυτότητάς του προς όφελος της τηλεοπτικής βιομηχανίας και των εταιρικών ισολογισμών.
Η πραγματικότητα αυτή κυριάρχησε στο φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο. Η περίφημη αυτονομία του αθλητικού δικαίου (lex sportiva), η οποία κάποτε εγγυόταν την προστασία του αθλήματος από εξωτερικές πιέσεις, έχει υποστεί πλήρη διάβρωση. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός επικίνδυνου δεδικασμένου, όπου οι κανόνες του παιχνιδιού προσαρμόζονται κατά το δοκούν στις ορέξεις της εκάστοτε ελίτ.
Η πρώτη μεγάλη θυσία του ρομαντισμού γίνεται στο πεδίο του χρόνου, ο οποίος παραδοσιακά αποτελούσε το ιερότερο στοιχείο του παιχνιδιού. Η εισαγωγή των hydration breaks (διαλειμμάτων ενυδάτωσης) θεσπίστηκε αρχικά με γνώμονα την προστασία της υγείας των αθλητών υπό ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, μια απόλυτα νόμιμη και ηθική επιλογή. Ωστόσο, η νομική τους κατοχύρωση στις προκηρύξεις των αγώνων εργαλειοποιήθηκε ταχύτατα από τους τηλεοπτικούς κολοσσούς. Τα ολιγόλεπτα αυτά διαλείμματα μετατράπηκαν σε «χρυσά» τηλεοπτικά παράθυρα για διαφημίσεις, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και η ανάγκη ενός αθλητή για νερό μπορεί να τιμολογηθεί.
Το πιο θλιβερό ορόσημο αυτής της εμπορικής μετάλλαξης γράφτηκε στον μεγάλο τελικό, εκεί όπου το ίδιο το παιχνίδι έχασε τον ρυθμό και την αγνότητά του. Ο ιερός κανόνας που ορίζει το 15λεπτο ημίχρονο ως χρόνο ανάσας και στρατηγικής για τους αθλητές, παραμερίστηκε ψυχρά. Στη θέση του, οι τηλεοπτικές απαιτήσεις επέβαλαν ένα φαντασμαγορικό, 30λεπτο «halftime show» αμερικανικού τύπου. Η ανάπαυλα των ποδοσφαιριστών μετατράπηκε σε σκηνή για ποπ σταρ, αποδεικνύοντας ότι στον σύγχρονο αθλητισμό τα εκατομμύρια των διαφημιστικών εσόδων και η λάμψη του χώρου του θεάματος μετρούν πλέον περισσότερο από την ίδια την προσπάθεια των παικτών στο χορτάρι.
«Μου αρέσουν πολλοί από αυτούς τους καλλιτέχνες, αλλά το βρήκα άθλιο. Απλώς ήθελα να ξαναρχίσει το ποδόσφαιρο.», Wayne Rooney.
Η FIFA παραβίασε εν γνώσει της το δικό της καταστατικό πλαίσιο. Όταν το δίκαιο του χρήματος υπερισχύει των κανονισμών της ίδιας της ομοσπονδίας, το ποδόσφαιρο παύει να είναι άθλημα και μετατρέπεται σε ένα απλό, εμπορικό προϊόν.
Το ποδόσφαιρο με το οποίο μεγαλώσαμε, το άθλημα της γειτονιάς και των παιδικών μας ονείρων, κουβαλούσε μια άγραφη υπόσχεση: ότι μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου η δικαιοσύνη είναι εφικτή, ότι ο μόχθος και το καθαρό παιχνίδι μπορούν να νικήσουν τα προγνωστικά. Αυτή η θεμελιώδης αρχή ισονομίας αντικαθίσταται πλέον από τις επιταγές της παγκόσμιας ελίτ. Οι κανονισμοί ξαναγράφονται και προσαρμόζονται στα μέτρα των ισχυρών, μέσα σε κυβερνητικές έδρες και εταιρικά συμβούλια. Όταν τα 90 λεπτά του αγώνα τεμαχίζονται και πωλούνται ως διαφημιστικά πακέτα, ο αθλητικός ρομαντισμός απλώς πενθεί τη χαμένη του ελευθερία και το ποδόσφαιρο χάνει την ψυχή του.
Αν, λοιπόν, το δίκαιο του ισχυρού αντικαταστήσει οριστικά το δίκαιο του παιχνιδιού, μήπως σε λίγα χρόνια δεν θα αναζητάμε πλέον πρωταθλητές στα γήπεδα, αλλά τους πιο πλούσιους μετόχους σε μια παγκόσμια θεατρική παράσταση;