Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Εθνική Στρατηγική Τεχνητής Νοημοσύνης της Κύπρου 2032 θέτει έναν φιλόδοξο στόχο: να καταστεί η Κύπρος αξιόπιστος κόμβος Τεχνητής Νοημοσύνης στην Ανατολική Μεσόγειο, μια αξιόπιστη ευρωπαϊκή δικαιοδοσία για υπηρεσίες που βασίζονται στην ΤΝ και μια γέφυρα μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των γειτονικών περιοχών. Το σημαντικό είναι ότι η Στρατηγική δεν αντιμετωπίζει την ΤΝ απλώς ως ζήτημα τεχνολογίας, αλλά ως ζήτημα θεσμικής ικανότητας, οικονομικής ανθεκτικότητας, αξιόπιστης διακυβέρνησης και κυριαρχίας μέσω διεθνών συνεργασιών.
Μέσα σε αυτό το ευρύτερο όραμα, ένα σχετικά σύντομο τμήμα της Στρατηγικής αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Στο Παράρτημα Δ, Πεδίο 4, η Ασφάλεια, η Άμυνα και το Διάστημα περιλαμβάνονται μεταξύ των έξι εθνικών ερευνητικών προτεραιοτήτων για την ΤΝ. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται η ενισχυμένη μέσω ΤΝ κυβερνοάμυνα, η ανάλυση πληροφοριών απειλών, η θαλάσσια και συνοριακή επιτήρηση, η ανάλυση διαστημικών δεδομένων, η υποστήριξη λήψης αποφάσεων, η συνεργασία ανθρώπου και ΤΝ και η ανάπτυξη κυρίαρχων τεχνολογικών δυνατοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο στόχος δεν είναι η τεχνολογική ισχύς ως αυτοσκοπός, αλλά η επίτευξη «εξειδικευμένης αριστείας» (niche excellence), με ισχυρές δικλίδες ασφαλείας και σε ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές αρχές αξιοπιστίας.
Αυτό αναδεικνύει ένα ευρύτερο ερώτημα πολιτικής: πώς πρέπει ένα μικρό ευρωπαϊκό κράτος να διαχειριστεί τεχνολογίες ΤΝ των οποίων οι πολιτικές, οικονομικές, αμυντικές και ευρύτερα εφαρμογές ασφάλειας αλληλεπικαλύπτονται ολοένα και περισσότερο;
Η ασφάλεια και η άμυνα συνδέονταν πάντοτε με την έννοια της κυριαρχίας. Η ΤΝ, όμως, προσθέτει μια νέα διάσταση, επειδή πολλές από τις στρατηγικά σημαντικές τεχνολογίες δεν αναπτύσσονται πλέον σε έναν διακριτό και απομονωμένο στρατιωτικό χώρο. Αυτόνομα συστήματα, προηγμένες αναλύσεις δεδομένων, τεχνολογίες κυβερνοασφάλειας και δορυφόρων, θεμελιώδη μοντέλα ΤΝ (foundation models), ημιαγωγοί, υπολογιστικό νέφος και υποδομές υπολογιστικής υψηλών επιδόσεων προέρχονται κυρίως από αλληλοσυνδεόμενα πολιτικά, εμπορικά και ερευνητικά οικοσυστήματα.
Διαμορφώνεται έτσι ένα περιβάλλον ολοένα και εντονότερης διττής χρήσης. Τεχνολογίες που αναπτύσσονται για την εφοδιαστική αλυσίδα μπορούν να αξιοποιηθούν στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών ή σε επιχειρήσεις ασφάλειας. Η δορυφορική ανάλυση μπορεί να εξυπηρετεί ταυτόχρονα την περιβαλλοντική παρακολούθηση, τη θαλάσσια ασφάλεια και την επίγνωση της επιχειρησιακής κατάστασης. Οι δυνατότητες κυβερνοασφάλειας προστατεύουν επιχειρήσεις και δημόσιους οργανισμούς, ενώ παράλληλα ενισχύουν την εθνική ασφάλεια. Η ίδια η Στρατηγική αναγνωρίζει αυτή τη σύγκλιση, συνδέοντας την έρευνα για την ασφάλεια και την άμυνα με τη θαλάσσια επιτήρηση, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη συνεργασία ανθρώπου και ΤΝ, την επεξηγησιμότητα και τη δεοντολογία.
Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας δεν συνεπάγεται στρατιωτικοποίηση της πολιτικής για την καινοτομία. Σημαίνει ότι η ασφάλεια και η άμυνα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέρος ενός ευρύτερου εθνικού τεχνολογικού οικοσυστήματος. Ένα κράτος δεν μπορεί να επιδιώκει έναν οικονομικό και παραγωγικό μετασχηματισμό βασισμένο στην ΤΝ, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα την ανθεκτικότητα των τεχνολογιών που στηρίζουν τις υποδομές, τις επικοινωνίες και την εθνική του ασφάλεια ως ένα εντελώς ξεχωριστό ζήτημα.
Η Στρατηγική προσφέρει εδώ μια ιδιαίτερα χρήσιμη εννοιολογική βάση μέσα από την ιδέα της «κυρίαρχης ικανότητας μέσω συνεργασιών». Η κυριαρχία διακρίνεται ρητά από την απομόνωση. Σημαίνει τη διατήρηση ουσιαστικού ελέγχου, γνώσης και ανθεκτικότητας, την ικανότητα λήψης ενημερωμένων και ανεξάρτητων αποφάσεων και τη διατήρηση εθνικών δυνατοτήτων ακόμη και όταν η τεχνολογική ανάπτυξη εξαρτάται από εξωτερικές συνεργασίες.
Για την Κύπρο, αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης. Ένα μικρό κράτος δεν μπορεί ρεαλιστικά να επιδιώξει τεχνολογική ανεξαρτησία σε κάθε επίπεδο της αλυσίδας αξίας της ΤΝ. Ούτε η εγχώρια αναπαραγωγή κάθε μοντέλου ΤΝ, ημιαγωγού ή πλατφόρμας υπολογιστικού νέφους θα ενίσχυε κατ’ ανάγκη την εθνική ασφάλεια. Σε τεχνολογικά αλληλοεξαρτώμενες οικονομίες, κάποιος βαθμός εξάρτησης είναι αναπόφευκτος. Το στρατηγικό πρόβλημα δεν είναι η εξάρτηση καθαυτή, αλλά η ανεξέλεγκτη ή υπερβολικά συγκεντρωμένη εξάρτηση.
Ένας πιο ρεαλιστικός στόχος είναι επομένως αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε λειτουργική ή επιλεκτική τεχνολογική κυριαρχία: ο προσδιορισμός εκείνων των δυνατοτήτων, δεδομένων, υποδομών, γνώσεων και θεσμικών ικανοτήτων επί των οποίων απαιτείται επαρκής εθνικός ή ευρωπαϊκός έλεγχος, ώστε να διατηρείται η ελευθερία δράσης.
Στον χώρο της ασφάλειας και της άμυνας, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τεχνολογικό εξάρτημα πρέπει να παράγεται εγχώρια. Σημαίνει, όμως, ότι πρέπει να υπάρχει η απαραίτητη τεχνογνωσία για την κατανόηση κρίσιμων συστημάτων, την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και των ευπαθειών τους, τον έλεγχο ευαίσθητων δεδομένων και επιχειρησιακών αποφάσεων, τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας με αξιόπιστους εταίρους και την αποφυγή εξαρτήσεων που θα μπορούσαν να περιορίσουν υπέρμετρα τις εθνικές επιλογές.
Η προσέγγιση της Στρατηγικής για την Ψηφιακή Κυριαρχία και τη Στρατηγική Αυτονομία κινείται ήδη προς αυτή την κατεύθυνση. Συνδέει την κυριαρχία με τον έλεγχο κρίσιμης υπολογιστικής ισχύος, στρατηγικών συνόλων δεδομένων και βασικών δυνατοτήτων ΤΝ, δίνοντας παράλληλα έμφαση στη φορητότητα, στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και στη διαλειτουργικότητα. Ταυτόχρονα, η Κύπρος τοποθετείται εντός του EuroHPC, του ευρωπαϊκού οικοσυστήματος των AI Factories και ευρύτερων διεθνών συνεργασιών.
Για ένα μικρό κράτος-μέλος της ΕΕ, επομένως, η ευρωπαϊκή τεχνολογική κυριαρχία μπορεί να ενισχύει την εθνική κυριαρχία αντί να την υποκαθιστά. Οι ευρωπαϊκές υποδομές μπορούν να προσφέρουν την αναγκαία κλίμακα, ενώ η εγχώρια τεχνογνωσία και η θεσμική ικανότητα διατηρούν τη δυνατότητα του κράτους να κατανοεί, να διαχειρίζεται και να αξιοποιεί στρατηγικά την τεχνολογία.
Αυτό ακριβώς τοποθετεί τη διακυβέρνηση στο επίκεντρο της συζήτησης για την ασφάλεια και την άμυνα. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει εξαιρετικά προηγμένα συστήματα ΤΝ και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένει στρατηγικά εξαρτημένο εάν αδυνατεί να τα αξιολογήσει ανεξάρτητα, να ελέγξει τη λειτουργία τους, να κατανοήσει τις αλυσίδες εφοδιασμού τους ή να αλλάξει αξιόπιστα προμηθευτή. Αντίθετα, ένα μικρότερο κράτος με ισχυρές ικανότητες στις δημόσιες προμήθειες, την κυβερνοασφάλεια, τη διασφάλιση συστημάτων ΤΝ, τη διακυβέρνηση δεδομένων, τη διαλειτουργικότητα και την αξιολόγηση τεχνολογικών εξαρτήσεων μπορεί να διατηρήσει σημαντικό βαθμό στρατηγικής αυτονομίας.
Η καλή διακυβέρνηση μπορεί, υπό αυτή την έννοια, να αποτελεί η ίδια στρατηγική υποδομή.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ευαίσθητα περιβάλλοντα ασφάλειας και άμυνας. Η λογοδοσία, η ανθρώπινη εποπτεία, οι δοκιμές, η κυβερνοασφάλεια και η θεσμική ευθύνη δεν καθίστανται λιγότερο σημαντικές επειδή μια εφαρμογή αφορά την εθνική ασφάλεια. Η διαφοροποιημένη νομική ή κανονιστική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογείται από επιχειρησιακές ανάγκες και απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, δεν πρέπει όμως να δημιουργεί κενό διακυβέρνησης. Όπου τα συνήθη κανονιστικά πλαίσια έχουν περιορισμένη εφαρμογή, καθίστανται ακόμη σημαντικότεροι οι εθνικοί μηχανισμοί διασφάλισης, τεχνικής αξιολόγησης και λογοδοσίας.
Η ευρύτερη αρχή είναι ότι η κανονιστική αυτοσυγκράτηση και η τεχνολογική καινοτομία δεν αποτελούν αντίθετες έννοιες. Ένα προβλέψιμο πλαίσιο διακυβέρνησης μπορεί να διευκολύνει την αξιόπιστη και υπεύθυνη καινοτομία, καθορίζοντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ευαίσθητες τεχνολογίες και τεχνολογίες διττής χρήσης μπορούν να αναπτύσσονται και να εφαρμόζονται. Για μια χώρα που επιδιώκει να αναγνωριστεί ως αξιόπιστη δικαιοδοσία στον χώρο της ΤΝ, η ικανότητα αποτελεσματικής διακυβέρνησης τέτοιων τεχνολογιών μπορεί να αποτελέσει από μόνη της συγκριτικό πλεονέκτημα.
Υπάρχει, τέλος, μια ευρύτερη οικονομική και κοινωνική διάσταση. Η έρευνα στους τομείς της άμυνας, της κυβερνοασφάλειας, του διαστήματος και των κρίσιμων υποδομών μπορεί να δημιουργήσει τεχνολογίες, τεχνογνωσία και πνευματική ιδιοκτησία με εφαρμογές πολύ πέρα από τους τομείς για τους οποίους αναπτύχθηκαν αρχικά. Η Στρατηγική προβλέπει αυτές τις θετικές δευτερογενείς επιδράσεις: οι ερευνητικές προτεραιότητές της αποσκοπούν στην ανάπτυξη εθνικού ανθρώπινου δυναμικού, στη μείωση της τεχνολογικής εξάρτησης, στην ενίσχυση της συμμετοχής στα ευρωπαϊκά ερευνητικά οικοσυστήματα και στη μετατροπή της καινοτομίας σε μετρήσιμη δημόσια αξία.
Εδώ βρίσκεται και η δυνατότητα ενός «μερίσματος ειρήνης» από την τεχνολογική ικανότητα. Δυνατότητες ΤΝ που αναπτύσσονται με γνώμονα την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα μπορούν ταυτόχρονα να ενισχύσουν την κυβερνοασφάλεια, να προστατεύσουν κρίσιμες υποδομές, να βελτιώσουν τη θαλάσσια ασφάλεια, να υποστηρίξουν την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών και την πολιτική προστασία, να θωρακίσουν τις επικοινωνίες, να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και να συμβάλουν στη διατήρηση βασικών υπηρεσιών σε περιόδους κρίσης.
Υπό αυτό το ευρύτερο πρίσμα, η καινοτομία στην άμυνα και την ασφάλεια δεν αφορά μόνο την προετοιμασία απέναντι σε απειλές. Μπορεί να συμβάλει άμεσα στην ανθεκτικότητα και την ευημερία της κοινωνίας.
Η συνοπτική αναφορά στην Ασφάλεια, την Άμυνα και το Διάστημα στο Παράρτημα Δ θα πρέπει, συνεπώς, να ιδωθεί ως η αφετηρία μιας ευρύτερης συζήτησης πολιτικής. Η Κύπρος έχει την ευκαιρία να αναπτύξει ένα πρότυπο στο οποίο η καινοτομία στους τομείς της ασφάλειας και της άμυνας εντάσσεται σε ένα υπεύθυνο εθνικό οικοσύστημα ΤΝ. Ένα πρότυπο στο οποίο η ευρωπαϊκή συνεργασία, η εξωστρέφεια, η στρατηγική αυτονομία και η κοινωνική ευημερία δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά, αλλά αλληλοενισχύονται.
Για ένα μικρό ευρωπαϊκό κράτος, το πραγματικό μέτρο της κυριαρχίας στην εποχή της ΤΝ δεν θα είναι πόση τεχνολογία κατέχει ή παράγει εξ ολοκλήρου μόνο του. Θα είναι το κατά πόσο διατηρεί τη γνώση, τους θεσμούς, τις αξιόπιστες συνεργασίες και την ελευθερία δράσης που απαιτούνται ώστε η τεχνολογική πρόοδος να ενισχύει την ασφάλειά του, να διαφυλάσσει την κυριαρχία του και, τελικά, να υπηρετεί την κοινωνία.
*Ιωάννης Σιδηρόπουλος, δικηγόρος, LL.M. (LSE, UvA), MA (UNIC), PhD (c) στην Διακυβέρνηση και Εθνική Κυριαρχία της Τεχνητής Νοημοσύνης (EUC)