Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Συμφωνία της Μέκκας, που υπεγράφη στις 7 Αυγούστου μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν, έχει μικρότερη σημασία για τη συμμαχία που δημιουργεί απ’ ό,τι για τη Μέση Ανατολή που ενδεχομένως προαναγγέλλει.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έφθασε στο σημείο να την περιγράψει ως τεχνικά αντίστοιχη με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ: ένοπλη επίθεση εναντίον ενός θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Υπάρχει, βεβαίως, μια σημαντική επιφύλαξη. Ακόμη και το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ δεν προβλέπει αυτόματη στρατιωτική συνδρομή. Κάθε κράτος-μέλος οφείλει να συνδράμει, διατηρεί όμως το δικαίωμα να αποφασίσει ποια δράση το ίδιο κρίνει αναγκαία.
Επιπλέον, η Μέκκα δεν είναι ΝΑΤΟ. Το κείμενο της συμφωνίας δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί. Δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα ενεργοποιούσε τις δεσμεύσεις της σε περίπτωση κρίσης, πώς θα λειτουργούσαν οι μηχανισμοί διοίκησης ή μέχρι πού θα ήταν διατεθειμένο να φθάσει κάθε μέλος για την υπεράσπιση ενός άλλου. Οι αμυντικές δεσμεύσεις αποκτούν πραγματικό στρατηγικό περιεχόμενο όταν δοκιμάζονται στην πράξη.
Η περιοχή έχει γνωρίσει και στο παρελθόν φιλόδοξα σχήματα ασφάλειας – από το Σύμφωνο της Βαγδάτης και το CENTO μέχρι την υπό σαουδαραβική ηγεσία Ισλαμική Στρατιωτική Συμμαχία κατά της Τρομοκρατίας, που δημιουργήθηκε το 2015 με τη συμμετοχή 34 μουσουλμανικών κρατών. Η πορεία τους δικαιολογεί σοβαρές επιφυλάξεις.
Στην περίπτωση της Μέκκας έχουμε ήδη μια πρώτη ένδειξη. Λίγες μόλις ημέρες μετά τη συμφωνία, οι Χούθι έπληξαν το διυλιστήριο της Σαουδικής Αραβίας στο Τζαζάν. Συλλογική στρατιωτική αντίδραση από τους νέους εταίρους δεν ακολούθησε.
Θα ήταν, όμως, εξίσου λανθασμένο να υποτιμήσουμε τη Μέκκα. Η Μέκκα είναι σύμπτωμα και πιθανός προάγγελος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης της Μέσης Ανατολής. Για δεκαετίες, η αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής στηριζόταν σε συντριπτικό βαθμό στην αμερικανική ισχύ. Η αμερικανική ισχύς δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από την περιοχή. Ο Πρόεδρος Τραμπ χαιρέτισε δημόσια τη Συμφωνία της Μέκκας. Όμως τα κράτη της περιοχής εμφανίζονται όλο και λιγότερο πρόθυμα να εμπιστευθούν την ασφάλειά τους αποκλειστικά στην Ουάσιγκτον.
Και η ίδια η Ουάσιγκτον ενδέχεται να βλέπει πλεονεκτήματα σε έναν μεγαλύτερο επιμερισμό των βαρών. Εάν ικανοί περιφερειακοί εταίροι αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά τους, θα μειωθούν και οι απαιτήσεις από την αμερικανική ισχύ. Η Ουάσιγκτον θα μπορεί έτσι να επικεντρωθεί περισσότερο στον Ινδο-Ειρηνικό και, κυρίως, στην Κίνα – τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της πρόκληση.
Αυτό που, επομένως, ίσως αναδύεται δεν είναι μια μετα-αμερικανική – ούτε κατ’ ανάγκην μια αντιαμερικανική -Μέση Ανατολή. Διαμορφώνεται μάλλον ένα σύστημα μεγαλύτερης αυτονομίας και περιφερειακής διαχείρισης, αλλά κάτω από μια ευρύτερη αμερικανική στρατηγική ομπρέλα.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομική ισχύ και τεράστιο θρησκευτικό και πολιτικό βάρος. Το Πακιστάν διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου και, κυρίως, είναι πυρηνική δύναμη. Η Τουρκία έχει την εμπειρία του ΝΑΤΟ, τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό της Συμμαχίας, μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία και φιλοδοξίες που επεκτείνονται πολύ πέραν της άμεσης γειτονιάς της.

Μαζί, τα τρία κράτη συνιστούν έναν δυνητικά ισχυρό συνδυασμό.
Θα ήταν, ωστόσο, λάθος να θεωρήσουμε τη Μέκκα απλώς ως μια αντι-ιρανική συμμαχία. Το Ιράν αποτελεί σαφώς μέρος του στρατηγικού περιβάλλοντος που τη γέννησε. Το ίδιο και οι αμφιβολίες για τις υφιστάμενες αμερικανικές διευθετήσεις ασφάλειας.
Οι αλλεπάλληλες τοπικές συγκρούσεις και οι πόλεμοι τροφοδοτούν επίσης την αστάθεια και την ανασφάλεια. Τα κράτη της περιοχής αναζητούν, κατά συνέπεια, νέους τρόπους να θωρακίσουν την ασφάλειά τους. Η Μέκκα είναι μία από αυτές τις προσπάθειες.
Η Τουρκία συμπεριφέρεται ολοένα περισσότερο ως μέλος à la carte του ΝΑΤΟ: απολαμβάνει τα οφέλη της Συμμαχίας, αλλά αποκλίνει από τους εταίρους της — πολλές φορές προκλητικά — όταν το κρίνει σκόπιμο. Συνομιλεί με την Ουάσιγκτον, διατηρεί στενές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις με τη Μόσχα, ενώ αρνείται να συμμετάσχει στις δυτικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας και του Ιράν. Καλλιεργεί σχέσεις με την Τεχεράνη, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει τους δεσμούς της με τα κράτη του Κόλπου και το Πακιστάν. Η σχέση της με τη Χαμάς — την οποία η Τουρκία δεν χαρακτηρίζει τρομοκρατική οργάνωση — την έχει επανειλημμένα φέρει σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, την ΕΕ και το Ισραήλ. Παράλληλα, έχει διευρύνει το στρατιωτικό της αποτύπωμα στο εξωτερικό και έχει μετατρέψει την αμυντική της βιομηχανία σε ισχυρό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Συμμετέχοντας στη Μέκκα, η Άγκυρα διευρύνει τη στρατηγική της εμβέλεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία άλλαξε στρατόπεδο. Το ουσιαστικότερο είναι ότι αρνείται ολοένα περισσότερο να αποδεχθεί πως πρέπει να επιλέξει ένα. Πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτή η λεπτή εξισορρόπηση μένει να φανεί.
Γενικότερα, η Μέκκα φαίνεται να σηματοδοτεί την εμφάνιση ενός περιφερειακού συστήματος πολλαπλών ευθυγραμμίσεων. Οι τρεις εταίροι της, ωστόσο, δεν είναι σύμμαχοι σε όλα. Παρά τη σημαντική βελτίωση των σχέσεών τους, Σαουδική Αραβία και Τουρκία συνεχίζουν να ανταγωνίζονται για περιφερειακή και θρησκευτική επιρροή. Το Πακιστάν έχει τις δικές του προτεραιότητες, κυρίως την αντιπαλότητά του με την επίσης πυρηνική δύναμη Ινδία. Η Μέκκα στηρίζεται σε συγκλίνοντα συμφέροντα. Δεν εξαλείφει τις μεταξύ τους διαφορές.
Η Άγκυρα ήδη οραματίζεται διεύρυνση της συμφωνίας. Η Αίγυπτος αναφέρεται επανειλημμένα, κυρίως από την Άγκυρα, ως πιθανό μελλοντικό μέλος. Το Κάιρο, όμως, καταδεικνύει και τα όρια ενός τέτοιου εγχειρήματος. Έχει βελτιώσει τις σχέσεις του με την Τουρκία, αλλά διατηρεί παράλληλα σημαντικούς δεσμούς με την Ινδία, την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ η Ευρώπη παραμένει οικονομικά αναντικατάστατη. Η Αίγυπτος έχει επίσης μια μακρόχρονη συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ, η οποία άντεξε σε αλλεπάλληλες κρίσεις. Η ένταξη στη Μέκκα θα μπορούσε επομένως να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα έλυνε. Δεν είναι τυχαίο ότι, μέχρι στιγμής, το Κάιρο παραμένει εκτός.
Η νέα τάξη πραγμάτων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή δύσκολα, συνεπώς, θα διαμορφωθεί γύρω από σαφώς αντίπαλα στρατόπεδα. Τα κράτη θα συνεργάζονται σε ένα πεδίο και θα ανταγωνίζονται σε άλλο. Ο σημερινός εταίρος μπορεί αύριο να λειτουργεί ως αντίβαρο – και ενίοτε να είναι και τα δύο ταυτόχρονα.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει ακριβώς αυτή την πολυπλοκότητα. Μια ισχυρότερη περιφερειακή δομή ασφάλειας θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάσχεση του Ιράν. Μια ισχυρότερη Τουρκία, όμως, μπορεί ταυτόχρονα να δυσχεράνει τον στρατηγικό σχεδιασμό του Ισραήλ. Η Μέκκα μπορεί έτσι να ενισχύει τη μία διάσταση της ασφάλειας του Ισραήλ, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες αβεβαιότητες σε μια άλλη.
Και εδώ η συζήτηση μεταφέρεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε τη Μέκκα ως μια μακρινή εξέλιξη της Μέσης Ανατολής με μικρή σημασία για τη Λευκωσία και την Αθήνα.
Η Τουρκία δεν ασκεί την ισχύ της σε στεγανά.
Η αναθεωρητική και επεκτατική πολιτική της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το αυξανόμενο περιφερειακό της βάρος. Το λεγόμενο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το τουρκολιβυκό μνημόνιο, οι αντιρρήσεις της σε περιφερειακά ενεργειακά έργα, οι θαλάσσιες διεκδικήσεις και η τελευταία ανακήρυξη θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για δικαιοδοσία, διασυνδεσιμότητα και επιρροή.
Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι η Μέκκα στρέφεται κατά της Κύπρου ή της Ελλάδας. Όμως η ισχύς που συσσωρεύεται σε ένα πεδίο αυξάνει την επιρροή και σε άλλα.
Η ίδια η Ανατολική Μεσόγειος μεταμορφώνεται. Ενέργεια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, θαλάσσιες οδοί, στρατιωτική πρόσβαση, λιμένες και ψηφιακές υποδομές διασταυρώνονται πλέον με ζητήματα κυριαρχίας, ασφάλειας και γεωπολιτικής επιρροής. Ο Great Sea Interconnector (GSI) δεν είναι απλώς ένα ηλεκτρικό καλώδιο. Έχει σχεδιαστεί για να συνδέσει την Κύπρο με την Ελλάδα και το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα και, σε μεταγενέστερο στάδιο, με το Ισραήλ. Είναι επομένως και έργο γεωστρατηγικής σημασίας.
Η διασυνδεσιμότητα γίνεται στρατηγική.