Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας δεν δημιουργεί αυτομάτως δύο συμπαγή στρατόπεδα στη Μέση Ανατολή. Αποτυπώνει, όμως, έναν ανταγωνισμό που έχει ήδη περάσει από τη θεωρία στα οικονομικά σχέδια, στην ενέργεια και πλέον στις αμυντικές δεσμεύσεις. Στην ανάγνωση της δρος Γκάλια Λιντενστράους, ανώτερης ερευνήτριας στο Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS) του Τελ Αβίβ και ειδικής στην τουρκική εξωτερική πολιτική, η Κύπρος βρίσκεται μέσα σε ένα από τα δύο χαλαρά περιφερειακά σχήματα που διαμορφώνονται.

«Εδώ και κάποιο διάστημα βλέπουμε έναν χαλαρό άξονα μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ινδίας», λέει στον «Φ». Στην άλλη πλευρά, προσθέτει, διακρίνεται ένα επίσης χαλαρό σχήμα Τουρκίας, Πακιστάν, Κατάρ και πλέον Σαουδικής Αραβίας. Η ίδια τοποθετεί την Αίγυπτο και, με διαφορετικό τρόπο, το Αζερμπαϊτζάν ανάμεσα στους δύο πόλους.

Η ισραηλινή ακαδημαϊκός εξηγεί ότι ο πρώτος άξονας δεν αποτελεί κάποια μελλοντική κατασκευή, αλλά είναι ήδη ορατός σε πρωτοβουλίες όπως ο οικονομικός διάδρομος IMEC και στα ενεργειακά σχήματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Ο «χαλαρός» άξονας

Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι ο χαρακτηρισμός «χαλαρός» είναι ουσιώδης. Η Κύπρος και η Ελλάδα είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ Ελλάδα και Τουρκία ανήκουν στο ΝΑΤΟ. Οι θεσμικές αυτές πραγματικότητες, όπως επισημαίνει, θέτουν όρια στο πόσο μακριά μπορούν να φθάσουν οι παράλληλες περιφερειακές ευθυγραμμίσεις.

Από κυπριακής πλευράς, η σημασία της ανάλυσής της βρίσκεται σε αυτή τη διπλή διαπίστωση: η Κύπρος συμμετέχει στις περιφερειακές δυναμικές, χωρίς να έχει δημιουργηθεί δεσμευτική αντισυμμαχία. Η ειδικός του INSS υπογραμμίζει ότι η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν προχώρησαν ένα βήμα περισσότερο από την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ, επειδή ενέταξαν στη συμφωνία τους ρήτρα αμοιβαίας άμυνας. Σπεύδει, όμως, να προσθέσει ότι η πραγματική αξία της δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί: «Προς το παρόν είναι περισσότερο ένα μήνυμα παρά μια πραγματικότητα».

Περιθώρια συνεννόησης

Η ακαδημαϊκός δεν θεωρεί αναπόφευκτη τη σύγκρουση των δύο σχημάτων. Αντιθέτως, αναλύει ότι η μεγάλη γεωγραφική έκταση, τα διαφορετικά συμφέροντα και οι πολλαπλές εξαρτήσεις αφήνουν χώρο για διευθετήσεις από τις οποίες μπορούν να ωφεληθούν περισσότερες πλευρές. Ως παράδειγμα αναφέρει μια πιθανή συμφωνία ασφαλείας μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, τη σταθεροποίηση της Συρίας και τη διέλευση εμπορικών διαδρομών από το έδαφός της. «Δεν πιστεύω ότι αυτοί οι άξονες πρέπει να οδηγηθούν σε αντιπαράθεση. Υπάρχουν τρόποι να μειωθούν οι εντάσεις», λέει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Συμφωνία της Μέκκας μπορεί να υποτιμηθεί. Η ειδικός για την Τουρκία δηλώνει ότι τοποθετείται σαφώς στην πλευρά όσων τη θεωρούν σημαντική και όχι εκείνων που εκτιμούν ότι δεν αφορά άμεσα τη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Όπως εξηγεί, οι τρεις χώρες είχαν ήδη συναντηθεί πέντε φορές, τα τελευταία τρία χρόνια, και είχαν συγκροτήσει ουσιαστικά ένα πολιτικό μέτωπο εναντίον του Ισραήλ. Το γεγονός ότι κατάφεραν να φθάσουν μέχρι την υπογραφή ρήτρας αμοιβαίας άμυνας εκπέμπει, κατά την εκτίμησή της, ένα πολιτικό και στρατηγικό μήνυμα που δεν πρέπει να αγνοηθεί.

Οι επιφυλάξεις για την εφαρμογή της είναι, πάντως, βάσιμες. Η δρ Λίντενστράους υπενθυμίζει ότι τέτοια αμυντική συμφωνία μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν προϋπήρχε, αλλά δεν βοήθησε ιδιαίτερα το Ριάντ κατά την τελευταία αντιπαράθεση με το Ιράν. Συνεπώς, σημειώνει, παραμένει αμφίβολο εάν η νέα τριμερής ρήτρα θα ενεργοποιηθεί πραγματικά και τι ακριβώς θα ζητήσει κάθε χώρα από τις άλλες σε περίπτωση κρίσης.

Ο βασικός κίνδυνος

Ακόμη και ως μήνυμα, όμως, εξηγεί, η ρήτρα έχει βάρος. Η ανώτερη ερευνήτρια του INSS τη συγκρίνει με τις ιδιαίτερα στενές σχέσεις Ισραήλ και Ελλάδας, στις οποίες ουδέποτε υπήρξε αντίστοιχη δέσμευση. «Δεν είχαμε ποτέ ρήτρα αμοιβαίας άμυνας στις σχέσεις μας. Επομένως, είναι σημαντικό», αναφέρει, εξηγώντας γιατί δεν συμμερίζεται την άποψη ότι η συμφωνία αποτελεί απλώς μια συμβολική διακήρυξη χωρίς περιφερειακές συνέπειες.

Η σημαντικότερη συνέπεια για την Ελλάδα, το Ισραήλ και κατ’ επέκταση την Κύπρο μπορεί, σύμφωνα με την ίδια, να μην είναι η ενεργοποίηση της ρήτρας αλλά η χρηματοδότηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Εστιάζει δε στη δυνατότητα διοχέτευσης περισσότερων σαουδαραβικών κεφαλαίων στα τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα. «Το βασικό σημείο ανησυχίας, τόσο από ισραηλινή όσο και από ελληνική σκοπιά, είναι ότι περισσότερο σαουδαραβικό χρήμα θα εισρεύσει στην τουρκική αμυντική βιομηχανία», λέει.

Αυτό το χρήμα, συνεχίζει, μπορεί να επιτρέψει στην Άγκυρα όχι μόνο να αναπτύξει νέα οπλικά συστήματα, αλλά και να δημιουργήσει σοβαρότερες γραμμές παραγωγής, τις οποίες εξακολουθούν να στερούνται ορισμένα τουρκικά προγράμματα. Η σαουδαραβική χρηματοδότηση μπορεί, κατά την εκτίμησή της, να καλύψει ακριβώς αυτό το κενό.

Η Τουρκία είναι το θέμα

Στη συνολική εξίσωση, η εμπειρογνώμονας για την τουρκική εξωτερική πολιτική θεωρεί το Πακιστάν σχετικό παράγοντα, αλλά χαρακτηρίζει την Τουρκία ως «το μεγάλο πρόβλημα σε όλη αυτή τη συζήτηση». Αποδίδει αυτή την εκτίμηση στην αναθεωρητική προσέγγιση της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ, στην Κύπρο και στην Ελλάδα και στην επιδίωξή της να αποκτήσει μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος στη Λεβαντίνη και εν όλω στην Ανατολική Μεσόγειο.

Διακρίνει κινήσεις επιθετικές αλλά και κινήσεις προσεκτικές από πλευράς Άγκυρας. Στην απορία ποιες θα μπορούσαν να θεωρηθούν τέτοιες παραπέμπει στη Συρία, όπου εντοπίζει μέχρι στιγμής σημαντικό βαθμό αυτοσυγκράτησης της Τουρκίας και όχι μόνο: «Εάν το Ισραήλ και η Τουρκία ήθελαν να οδηγηθούν σε σύγκρουση για τη Συρία, αυτό θα είχε ήδη συμβεί», παρατηρεί. Αναφέρεται επίσης στην ανοικτή γραμμή επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών, η οποία, όπως λέει, συμβάλλει στη διατήρηση μιας σχετικής ηρεμίας.

Ενισχύεται η τουρκική επιρροή στη Συρία και στο Λίβανο

Η τουρκική επιρροή στη Συρία παραμένει, κατά την ανάλυσή της, ιδιαίτερα ισχυρή. Η ερευνήτρια του INSS υπενθυμίζει ότι η Άγκυρα στήριξε τους αντάρτες σε όλη τη διάρκεια του συριακού εμφυλίου και εισήλθε στη μετα-Άσαντ περίοδο από σαφώς πλεονεκτική θέση. Εξηγεί επίσης ότι η επιρροή της δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό αποτύπωμα: εκτείνεται στους Σύρους πρόσφυγες, σε όσους επέστρεψαν και στα τουρκικά ερείσματα στη βόρεια Συρία.

Ιδιαίτερη προσοχή, τονίζει, πρέπει να δοθεί στον Λίβανο. Το αυξανόμενο τουρκικό ενδιαφέρον για τη χώρα δεν υπήρχε στον ίδιο βαθμό στο παρελθόν και, όπως επισημαίνει, πρέπει να παρακολουθείται. Η προσέγγιση με τη Σαουδική Αραβία διευκολύνει την τουρκική συμμετοχή στην ανοικοδόμηση της Συρίας και την προσπάθεια ενίσχυσης της επιρροής της στον Λίβανο. Παράλληλα, όμως, η ίδια εντοπίζει ένα πρόβλημα για την Άγκυρα: όσο η νέα συριακή ηγεσία μπορεί να στηρίζεται σε περισσότερα κράτη και όχι αποκλειστικά στην Τουρκία, τόσο περιορίζεται ο βαθμός τουρκικού ελέγχου πάνω στη Δαμασκό.

Η ισραηλινή ειδικός σημειώνει ακόμη ότι η τριμερής σύγκλιση δεν δημιουργήθηκε ως αντίδραση μιας στιγμής. Επικαλείται αναφορά σύμφωνα με την οποία η συμφωνία εξεταζόταν ήδη από τον Δεκέμβριο του 2023, πριν από την πτώση του Άσαντ. Θυμίζει επίσης ότι Τουρκία και Σαουδική Αραβία είχαν πιέσει από κοινού τις Ηνωμένες Πολιτείες να άρουν τις κυρώσεις κατά της Συρίας. Όλα αυτά, εξηγεί, δείχνουν μια διεργασία με μεγαλύτερο χρονικό και στρατηγικό βάθος.

Στις σχέσεις Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας, η αφετηρία είναι σήμερα πολύ διαφορετική από εκείνη που υπήρχε πριν από την 7η Οκτωβρίου. Τότε, αναφέρει, οι δύο χώρες βρίσκονταν κοντά στην υπογραφή μιας συμφωνίας εξομάλυνσης. Σήμερα η απόσταση έχει μεγαλώσει. Η Συμφωνία της Μέκκας δεν κλείνει οριστικά αυτή την πόρτα, αλλά, κατά την εκτίμησή της, καθιστά την εξομάλυνση δυσκολότερη.

Ακόμη και μια νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα δυσκολευόταν να αλλάξει δραστικά τη στάση της χώρας στο Παλαιστινιακό, διευκρινίζει η αναλύτρια. Μια διαφορετική κυβερνητική δυναμική και εξωτερικές πιέσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ευελιξία απέναντι στην προοπτική μελλοντικής παλαιστινιακής κρατικής οντότητας. Υπογραμμίζει, όμως, ότι μετά την 7η Οκτωβρίου η ισραηλινή κοινωνία είναι πολύ λιγότερο πρόθυμη να αναλάβει κινδύνους στον τομέα της ασφάλειας για χάρη μιας ειρηνευτικής διαδικασίας.

 Η προσοχή στραμμένη στην Αίγυπτο

Η δρ Λίντενστράους θεωρεί ότι η Αίγυπτος είναι η χώρα που πρέπει να παρακολουθούν στενότερα το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος, καθώς μια αλλαγή της στάσης της στην Ανατολική Μεσόγειο θα επηρέαζε άμεσα και τις τρεις. Αποδίδει την αιγυπτιακή προσέγγιση με την Τουρκία στην οικονομική αδυναμία του Καίρου και στην παρουσία της Άγκυρας στη Λιβύη, στο Σουδάν και στην Αιθιοπία, η οποία της παρέχει σημαντικά μέσα πίεσης απέναντι στην Αίγυπτο.

Στην εξίσωση προσθέτει την κρίση των αιγυπτοϊσραηλινών σχέσεων εξαιτίας της Γάζας και των «ανεύθυνων», όπως τις χαρακτηρίζει, δηλώσεων Ισραηλινών πολιτικών περί μετακίνησης Παλαιστινίων προς την Αίγυπτο. Το Κάιρο, εξηγεί, αντιμετωπίζει ένα συγκεκριμένο ζήτημα ασφαλείας και παραμένει κατηγορηματικά αντίθετο στην αποδοχή Παλαιστινίων.

Παράλληλα, προσθέτει, η τουρκική αμυντική βιομηχανία προσφέρει στην Αίγυπτο φθηνότερα συστήματα από τους δυτικούς προμηθευτές, χωρίς τις πολιτικές προϋποθέσεις που συνοδεύουν συχνά τις αμερικανικές αγορές. Αυτός ο συνδυασμός, καταλήγει, εξηγεί γιατί το Κάιρο πλησιάζει την Άγκυρα — και γιατί η θέση της Αιγύπτου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την ισορροπία που αφορά άμεσα και την Κύπρο.